Στα σύνορα της μνήμης και της λήθης: Η Ραφαέλα Καβαζαράκη βυθίζεται στον κόσμο του Πόε

Υπάρχουν παραστάσεις που αφηγούνται μια ιστορία και υπάρχουν παραστάσεις που λειτουργούν σαν εμπειρία· σαν ένα αόρατο ρεύμα που παρασύρει τον θεατή σε τόπους γνώριμους αλλά ταυτόχρονα ανεξερεύνητους. Το «Λήθη Vs Θύμηση – Δοκιμή Πόε», εμπνευσμένο από το σκοτεινό και διαχρονικό σύμπαν του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Με όχημα τον λόγο, την κίνηση, την εικόνα και τη σιωπή, η παράσταση αναμετριέται με τη μνήμη, το τραύμα, την ενηλικίωση και τις αθέατες διαδρομές της ανθρώπινης ψυχής. Τρεις γυναικείες παρουσίες κινούνται ανάμεσα στο χώμα και το νερό, σε έναν σκηνικό κόσμο όπου η φθορά συναντά την αναγέννηση και η θύμηση συγκρούεται διαρκώς με τη λήθη.

Λίγο πριν από την παρουσίαση του έργου, η Ραφαέλα Καβαζαράκη μιλά στην Ευτυχία Λαμπροπούλου και στο Πατρινόραμα – Hellenic” για τη συναισθηματική διαδρομή της παράστασης, τις προκλήσεις της δημιουργικής διαδικασίας και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει όσα θυμόμαστε από όσα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

 

Αν η παράσταση είχε έναν ήχο, ποιος θα ήταν;

Νομίζω έναν ήχο οξύ, σαν ένα έντονο μονότονο ήχο σειρήνας που σου δημιουργεί την αίσθηση μιας ενόχλησης αλλά όχι λόγω της έντασης. Περισσότερο έναν ήχο απροσδιόριστο, σταθερό, που σου δημιουργεί μια περίεργη αίσθηση όπως οι λευκοί ήχοι που δεν σε ταράζουν επειδή ενοχλούν την ακοή, αλλά σε βάθος χρόνου σου ασκούν μια περίεργη αίσθηση της συνήθειας, κάπως βυθίζεσαι σε αυτό αλλά θα επιθυμούσες ίσως να σταματήσει χωρίς να είσαι σίγουρος ότι μπορείς ή θες.

Υπήρξε κάποια στιγμή στις πρόβες που νιώσατε ότι το έργο «σας ξεπέρασε» συναισθηματικά;

Η ποιότητα του έργου και η σκηνοθετική προσέγγιση ήταν μια πρόκληση, είναι ένα κείμενο που δε σου επιτρέπει να βρεις τη χαρά σε αυτό, αλλά παράλληλα είναι σα μια δίνη αλήθειας και η αλήθεια πάντοτε σε “ξεπερνά”, αναγκάζεσαι να δεις πόση αντέχεις, πόση είσαι ικανός να δεις κατάματα και να προσπαθήσεις να τη μεταφέρεις και στον θεατή. Η αίσθηση αυτή, του ότι το έργο “με ξεπέρασε” συναισθηματικά ήταν εντελώς διαφορετική κατά τη διάρκεια των προβών, σίγουρα δεν ήταν “εύκολη” διαδικασία, παρόλα αυτά στο τέλος καθαρά λυτρωτική.

Ποια εικόνα από την παράσταση πιστεύετε ότι μένει περισσότερο χαραγμένη στο μυαλό του θεατή;

Η παράσταση έχει πολλές “εικόνες”, είναι ένα έργο που “μιλάει” από τα σκηνικά και μόνο. Οι κινήσεις, οι φωτισμοί, οι σιωπές, η παράσταση στο σύνολο της είναι μια μυσταγωγία που σε βυθίζει από την έναρξη. Νομίζω το βασικό σκηνικό μας, ο κρατήρας που ατμιζει και γίνεται μήτρα, τάφος, αγκαλιά, δίνη, το ηφαίστειο που υπάρχει στη γη αλλά και μέσα μας, ίσως είναι αυτό που μένει στον θεατή. Κυρίως επειδή είναι αυτό που αντικρίζει από την πρώτη στιγμή, το παρατηρεί, το επεξεργάζεται, έχει χρόνο πριν καν “ξεκινήσει” η παράσταση να αφεθεί σε αυτό, να κάνει εικόνες, εικασίες, να νιώσει και να βυθιστεί.

Το έργο μιλά για όσα κρύβουμε μέσα μας. Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να θυμηθούν ή περισσότερο να αισθανθούν;

Είναι δυο διαφορετικές έννοιες κι όμως κάπως αλληλένδετες. Η μνήμη εμπεριέχει μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και το συναίσθημα πολλές φορές το έχουμε συνδέσει με κάτι που έχουμε ήδη ζήσει. Και πολλές φορές η αίσθηση του να προσπαθήσεις να επαναφέρεις στη μνήμη ή να αφεθεις να αισθανθείς είναι κάπως γλυκόπικρη, λέξη βασική για την παράσταση κατ’ εμέ.

Αν μπορούσατε να περιγράψετε την παράσταση με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν;

Πεπρωμένο ή απέπρωτο.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο προσωπικό στοίχημα για τον καθένα σας μέσα σε αυτή τη δουλειά;

Ήταν μια συνεργασία που χαρήκαμε όλα τα μέλη, ήταν εξαιρετική η διαδικασία και η επικοινωνία και το αποτέλεσμα μας δικαίωσε. Το στοίχημα νομίζω είχε να κάνει με την δική μας προσωπική “αντοχή” όσον αφορά το έργο, μιας και μιλάμε για ένα έργο που όπως ανέφερα σε βυθίζει σε “νερά” που δεν είναι εύκολο να “κολυμπήσεις”. Δεν υπήρξε ακριβώς στοίχημα, μάλλον πρόκληση και την αποδεχτήκαμε με λαχτάρα.

Τελικά, η μνήμη λειτουργεί ως καταφύγιο ή ως φυλακή;

Η μνήμη δε μπορεί να είναι μονοσήμαντη, μονοδιάστατη. Η μνήμη είναι αυτό που είμαστε σήμερα, όμως δεν είναι πάντοτε ευχάριστες οι αναμνήσεις, οι εμπειρίες, η εξέλιξη. Νομίζω για όλους μας, είναι και τα δύο, και “ενεργοποιούνται” ανάλογα με την περίοδο της ζωής μας και τη συναισθηματική μας κατάσταση. Άλλωστε η λήθη της θνητότητας είναι η θύμηση της ανυπαρξίας όπως ακούγεται ως “αποχαιρετισμός” στην παράσταση.

 

Ίσως τελικά η «Λήθη Vs Θύμηση – Δοκιμή Πόε» να μην αναζητά απαντήσεις. Ίσως η δύναμή της να βρίσκεται ακριβώς στην τόλμη να αφήνει τα ερωτήματα ανοιχτά. Εκεί όπου η μνήμη γίνεται άλλοτε καταφύγιο και άλλοτε φυλακή, όπου το παρελθόν επιμένει να συνομιλεί με το παρόν και όπου ο άνθρωπος καλείται να αντικρίσει όσα κουβαλά μέσα του.

Μέσα από τις σκέψεις της Ραφαέλας Καβαζαράκη αναδύεται μια παράσταση που δεν ζητά απλώς να την παρακολουθήσεις, αλλά να την βιώσεις. Να βυθιστείς στα νερά της, να αφουγκραστείς τις σιωπές της και να αναμετρηθείς με τις δικές σου θύμησες. Γιατί, όπως συμβαίνει με κάθε αληθινό ταξίδι στην ανθρώπινη ψυχή, τίποτα δεν τελειώνει με την αυλαία. Το ουσιαστικότερο κομμάτι αρχίζει όταν ο θεατής επιστρέφει στον εαυτό του.