Με αφορμή την παρουσίαση της τοποειδικής παράστασης «ΑΝΑΣΚΑΦΗ / EXCAVATION», που θα παρουσιαστεί στις 8 και 9 Ιουλίου στο Αίγιο, στο πλαίσιο του θεσμού «Όλη η Ελλάδα Ένας Πολιτισμός», ο δημιουργός της παράστασης, Πάνος Γκιόκας, συνομιλεί με την Ευτυχία Λαμπροπούλου για το «Πατρινόραμα Hellenic».
Μιλώντας για τη μνήμη, την πολιτιστική κληρονομιά, τη σιωπή, την αρχαιολογία και τη δύναμη του θεάτρου, αποκαλύπτει τη διαδρομή πίσω από ένα έργο που δεν αντιμετωπίζει την ανασκαφή ως μια διαδικασία αποκάλυψης του παρελθόντος, αλλά ως μια βαθιά ανθρώπινη πράξη αυτογνωσίας. Σε μια παράσταση όπου η πόλη γίνεται σκηνή και ο θεατής συνοδοιπόρος, η συζήτηση ανοίγει ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της τέχνης και αγγίζουν τη σχέση μας με όσα κληρονομούμε, όσα ξεχνάμε και όσα εξακολουθούν να μας διαμορφώνουν.

Νομίζω ότι η «ΑΝΑΣΚΑΦΗ» γεννήθηκε από μια πολύ προσωπική ανάγκη να καταλάβω τι μένει μέσα μας όταν νομίζουμε ότι έχουμε προχωρήσει. Δεν με ενδιέφερε να γράψω ένα έργο για την αρχαιολογία με την εξωτερική έννοια, δηλαδή για ευρήματα, χρονολογίες και ιστορικά ίχνη. Με ενδιέφερε περισσότερο η ανασκαφή ως εσωτερική διαδικασία: τι σκεπάζουμε, τι απωθούμε, τι επιστρέφει, τι δεν βρίσκει ποτέ καθαρή μορφή.
Πρώτα μέσα μου προσπάθησα να ξεθάψω την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνο από όσα θυμάται συνειδητά. Υπάρχουν εμπειρίες, φόβοι, επιθυμίες, απώλειες, οικογενειακές και συλλογικές μνήμες που δουλεύουν υπόγεια. Δεν είναι πάντα ορατές, αλλά καθορίζουν τις κινήσεις μας.
Με απασχόλησε επίσης η διαφορά ανάμεσα στη μνήμη και την ανάμνηση. Η μνήμη είναι ένα βαθύτερο απόθεμα εμπειριών, πληροφοριών και αισθήσεων. Η ανάμνηση είναι η στιγμή που κάτι από αυτό το απόθεμα ανακαλείται, επιλέγεται, φωτίζεται ξανά. Το έργο ξεκίνησε από αυτή την ανάγκη: να δω τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια της πράξης, της πόλης, του σώματος, της σιωπής. Όχι μόνο τι θυμόμαστε, αλλά και τι μας θυμάται.
Στο έργο η μνήμη δεν παρουσιάζεται ως κάτι στατικό, αλλά ως μια ζωντανή δύναμη που επηρεάζει το παρόν. Πιστεύετε ότι τελικά οι άνθρωποι κουβαλάμε περισσότερα από όσα θυμόμαστε συνειδητά;
Ναι, το πιστεύω. Και νομίζω ότι αυτό είναι από τα βασικά ερωτήματα του έργου. Η μνήμη δεν είναι αρχείο που ανοίγει και κλείνει όποτε το αποφασίσουμε. Είναι κάτι πολύ πιο ασταθές, πιο σωματικό, πιο υπόγειο. Επιστρέφει μέσα από μια εικόνα, μια μυρωδιά, έναν τόπο, μια φωνή, μια κίνηση που δεν ξέρουμε ακριβώς από πού έρχεται.
Στην «ΑΝΑΣΚΑΦΗ» η μνήμη λειτουργεί σαν στρώμα. Δεν είναι ποτέ μόνη της. Βρίσκεται σε σχέση με κάτι άλλο: με έναν τόπο, με ένα τραύμα, με μια απουσία, με μια ιστορία που προηγήθηκε. Όπως στην αρχαιολογική σκέψη ένα εύρημα δεν έχει πλήρες νόημα έξω από το πλαίσιο όπου βρέθηκε, έτσι και ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από τα δικά του συμφραζόμενα.
Κουβαλάμε, επίσης, μνήμες που δεν προέρχονται μόνο από τη δική μας ζωή. Κανείς δεν έχει προσωπική μνήμη για γεγονότα που συνέβησαν δύο ή τρεις γενιές πριν από τη γέννησή του. Κι όμως, μέσα από τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων, μέσα από τους τόπους, τα αντικείμενα, τις τελετουργίες, τις ιστορίες μιας κοινότητας, κληρονομούμε τμήματα μιας κοινής πολιτισμικής μνήμης. Αυτή η μνήμη δεν είναι στατική. Μετασχηματίζεται κάθε φορά που την αφηγούμαστε ξανά.
Η γλώσσα και η αφήγηση έχουν εδώ καθοριστικό ρόλο. Παίρνουν αποσπασματικές μνήμες και τις μεταμορφώνουν σε ιστορική μνήμη. Η ιστορία καταγράφει ό,τι προηγήθηκε. Η μνήμη το φορτίζει με νόημα. Και το συναίσθημα είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει την ιστορία και τη μνήμη σε κάτι ζωντανό, ικανό να μιλήσει στο παρόν και να επηρεάσει το μέλλον.
Επιλέξατε να παρουσιάσετε την παράσταση μέσα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου και να ξεκινά η διαδρομή από τον ιστορικό ναό της πόλης. Πόσο διαφορετικά γράφεται ένα έργο όταν ο ίδιος ο τόπος γίνεται συνδημιουργός της αφήγησης;
Γράφεται εντελώς διαφορετικά. Όταν δουλεύεις σε έναν τέτοιο τόπο, δεν μπορείς να του επιβάλεις απλώς ένα κείμενο. Πρέπει πρώτα να τον ακούσεις. Το Αίγιο δεν είναι ουδέτερο σκηνικό. Είναι μια πόλη με βαθιά ιστορικά στρώματα, με σεισμική μνήμη, με λατρευτικούς χώρους, με αρχαιολογικά ευρήματα, με ίχνη κατοίκησης, απώλειας και συνέχειας.
Το Μουσείο επίσης δεν είναι απλώς ένας χώρος έκθεσης. Είναι ένας τόπος όπου η πολιτιστική κληρονομιά της Αιγιάλειας γίνεται ορατή, σχεδόν σωματική. Τα αντικείμενα δεν είναι νεκρά κατάλοιπα. Είναι φορείς σχέσεων: με ανθρώπους που έζησαν, εργάστηκαν, πίστεψαν, αγάπησαν, φοβήθηκαν, πέθαναν. Η αρχαιολογία φέρνει στην επιφάνεια αυτή την κληρονομιά. Το κρίσιμο, όμως, είναι τι κάνουμε εμείς με αυτήν όταν πλέον έρθει στο φως.
Η διαδρομή από τον ναό προς το Μουσείο δημιουργεί ένα πέρασμα. Δεν είναι μόνο χωρική μετάβαση, είναι αλλαγή κατάστασης. Ο θεατής δεν μπαίνει απλώς σε μια παράσταση. Διασχίζει ένα κατώφλι. Από τον δημόσιο χώρο περνά στον χώρο της μνήμης, από την καθημερινότητα σε μια πιο βαθιά ανάγνωση του τόπου. Εκεί ο τόπος δεν «φιλοξενεί» την αφήγηση. Τη συνδιαμορφώνει.
Για μένα αυτό έχει και μια διάσταση ευθύνης. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι κάτι που απλώς παραλαμβάνουμε παθητικά. Μας αφορά άμεσα, γιατί συνδεόμαστε μαζί της, ακόμη κι όταν δεν το συνειδητοποιούμε. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κληρονομήσαμε, αλλά τι θα κληροδοτήσουμε. Πώς θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές όχι μόνο τα αντικείμενα, αλλά και την ικανότητα να τα κοιτούν με σεβασμό, ερώτημα και φροντίδα.
Στην «ΑΝΑΣΚΑΦΗ» συμμετέχουν και άνθρωποι της πραγματικής αρχαιολογικής έρευνας. Ήταν για εσάς μια καλλιτεχνική επιλογή ή μια βαθύτερη ανάγκη να ενώσετε τη βιωμένη εμπειρία με τη θεατρική πράξη;
Ήταν και τα δύο, αλλά κυρίως ήταν ανάγκη αλήθειας. Από την αρχή δεν ήθελα η αρχαιολογία να χρησιμοποιηθεί ως διακοσμητικό θέμα. Δεν με ενδιέφερε να δανειστώ απλώς την εικόνα της ανασκαφής. Ήθελα να συναντηθεί το θέατρο με τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο παράγεται η γνώση: με την παρατήρηση, την υπομονή, την αμφιβολία, την καταγραφή, την ευθύνη απέναντι στο ίχνος.
Η παρουσία ανθρώπων της αρχαιολογικής έρευνας φέρνει στη σκηνική πράξη κάτι που δεν μπορεί να επινοηθεί εύκολα: τη μνήμη της εργασίας. Το σώμα που έχει σκάψει, καθαρίσει, τεκμηριώσει, αγγίξει θραύσματα, έχει άλλη σχέση με το υλικό. Αυτή η εμπειρία δεν είναι «ρόλος». Είναι γνώση που έχει περάσει από το σώμα.
Παράλληλα, η αρχαιολογική πράξη μάς υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: ότι η κληρονομιά δεν εμφανίζεται από μόνη της. Χρειάζεται ανθρώπους που θα την αναζητήσουν, θα τη φροντίσουν, θα την ερμηνεύσουν και θα την προστατεύσουν από την αδιαφορία. Το θέατρο, από την πλευρά του, μπορεί να ανοίξει έναν άλλο δρόμο: να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε εμπειρία, ώστε ο θεατής να μην βλέπει απλώς ένα εύρημα, αλλά να αισθάνεται τη σχέση του με αυτό.
Στους διαλόγους και τη δραματουργία του έργου υπάρχει έντονα η έννοια της σιωπής. Είναι τελικά πιο δύσκολο να δώσεις φωνή σε όσα χάθηκαν ή να αποδεχθείς ότι κάποια πράγματα πρέπει να μείνουν σιωπηλά;
Το πιο δύσκολο είναι να μην προδώσεις τη σιωπή. Υπάρχει πάντα ο πειρασμός, ειδικά στο θέατρο, να εξηγήσεις τα πάντα, να δώσεις φωνή σε κάθε απουσία, να κλείσεις κάθε πληγή με λόγο. Αλλά κάποια πράγματα δεν ζητούν να ειπωθούν πλήρως. Ζητούν να αναγνωριστούν.
Για μένα η σιωπή στην «ΑΝΑΣΚΑΦΗ» δεν είναι κενό. Είναι ενεργή παρουσία. Είναι το σημείο όπου ο θεατής καλείται να σταθεί χωρίς άμεση απάντηση. Όσα χάθηκαν δεν επιστρέφουν πάντα ως αφήγηση. Μερικές φορές επιστρέφουν ως χειρονομία, ως θραύσμα, ως βλέμμα, ως παύση.
Αυτό ισχύει και για την πολιτιστική μνήμη. Δεν μπορούμε να ανασυνθέσουμε τα πάντα. Κάθε εύρημα, κάθε ιστορικό ίχνος, κάθε αφήγηση περιέχει και ένα υπόλοιπο σιωπής. Το ζητούμενο δεν είναι να γεμίσουμε βίαια τα κενά, αλλά να σταθούμε απέναντί τους με ευθύνη. Το θέατρο έχει δύναμη όταν δεν εξαντλεί το μυστήριο, αλλά αφήνει χώρο για να ακουστεί αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί καθαρά.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα και η μνήμη μοιάζει να έχει μικρή διάρκεια. Θεωρείτε ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να αντισταθεί στη λήθη ή αυτός είναι πλέον ένας άνισος αγώνας;
Είναι σίγουρα άνισος αγώνας, αλλά όχι χαμένος. Η τέχνη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την ταχύτητα της πληροφορίας και ίσως δεν πρέπει να το κάνει. Η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στο ότι μπορεί να επιβραδύνει τον χρόνο. Να μας αναγκάσει να μείνουμε λίγο περισσότερο μπροστά σε κάτι. Να κοιτάξουμε ξανά. Να ακούσουμε αυτό που μέσα στον θόρυβο δεν ακούγεται.
Η λήθη σήμερα δεν έρχεται μόνο επειδή ξεχνάμε. Έρχεται επειδή αντικαθιστούμε διαρκώς το ένα ερέθισμα με το επόμενο. Η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει αντίσταση όχι με διδακτισμό, αλλά με εμπειρία. Μπορεί να μετατρέψει την πληροφορία σε σχέση. Να πάρει κάτι που θα μπορούσε να μείνει απλώς ως δεδομένο, ως χρονολογία ή ως έκθεμα, και να το επαναφέρει ως ζωντανό ερώτημα.
Αυτό αφορά άμεσα και την πολιτιστική κληρονομιά. Αν την αντιμετωπίζουμε μόνο ως παρελθόν, την ακινητοποιούμε. Αν όμως τη δούμε ως ευθύνη, τότε γίνεται υλικό για το μέλλον. Η αρχαιολογία φέρνει στην επιφάνεια όσα προηγήθηκαν. Η τέχνη μπορεί να τα ξαναθέσει σε κυκλοφορία μέσα στην κοινωνία. Και η κοινωνία πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτά: αν θα τα καταναλώσει ως εικόνα ή αν θα τα μετατρέψει σε συνείδηση.
Αν μετά το τέλος της παράστασης είχατε την ευκαιρία να κάνετε μία μόνο ερώτηση στους θεατές, ποια θα ήταν; Και ποια απάντηση θα σας συγκινούσε περισσότερο να ακούσετε;
Θα τους ρωτούσα: «Τι αναγνωρίσατε μέσα σας που μέχρι πριν λίγο έμενε θαμμένο;»
Δεν θα με ενδιέφερε να ακούσω μια εντυπωσιακή ή “σωστή” απάντηση. Θα με συγκινούσε περισσότερο μια απλή, προσωπική παραδοχή. Κάτι όπως: «Δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν, αλλά κάτι θυμήθηκα». Ή: «Είδα αλλιώς τον τόπο». Ή ακόμη: «Κατάλαβα ότι κουβαλάω κάτι που δεν είχα ονομάσει».
Θα με συγκινούσε, επίσης, αν κάποιος έφευγε με την αίσθηση ότι η κληρονομιά δεν είναι κάτι μακρινό, κλεισμένο πίσω από μια προθήκη. Ότι τον αφορά. Ότι η σχέση μας με το παρελθόν δεν τελειώνει στην αναγνώριση ή στον θαυμασμό, αλλά συνεχίζεται στην ευθύνη. Γιατί τελικά δεν είμαστε μόνο αποδέκτες μιας μνήμης. Είμαστε και οι επόμενοι φορείς της.
Για μένα αυτό θα ήταν αρκετό. Όχι επειδή η παράσταση θα είχε εξηγήσει κάτι οριστικά, αλλά επειδή θα είχε ανοίξει μια τομή. Και ίσως αυτό είναι τελικά το ζητούμενο της «ΑΝΑΣΚΑΦΗΣ»: όχι να δώσει όλες τις απαντήσεις, αλλά να δημιουργήσει τον χώρο όπου ο καθένας μπορεί να συναντήσει το δικό του θαμμένο υλικό και να αναρωτηθεί τι θα κάνει με αυτό από εδώ και πέρα.

Η «ΑΝΑΣΚΑΦΗ / EXCAVATION» δεν υπόσχεται εύκολες απαντήσεις. Προτείνει μια εμπειρία όπου ο τόπος, η ιστορία και ο άνθρωπος συνυπάρχουν σε μια κοινή διαδρομή αναζήτησης. Ίσως γιατί, όπως αφήνει να εννοηθεί και ο ίδιος ο Πάνος Γκιόκας, κάθε πραγματική ανασκαφή αρχίζει τη στιγμή που σταματάμε να αναζητούμε μόνο ό,τι βρίσκεται κάτω από το έδαφος και στρέφουμε το βλέμμα σε όσα παραμένουν θαμμένα μέσα μας.
Στις 8 και 9 Ιουλίου, το Αίγιο θα φιλοξενήσει μια θεατρική παράσταση και θα προσκαλέσει το κοινό σε μια βιωματική συνάντηση με τη μνήμη, εκεί όπου το παρελθόν παύει να είναι έκθεμα και γίνεται μια ζωντανή συνομιλία με το παρόν.


