Ο συγγραφέας  Βασίλης Μαστρογιάννης μιλά  στο “π” για μια χώρα που δοκιμάζεται και για την ανάγκη να μείνει ζωντανή 

Υπάρχουν συζητήσεις που αποτυπώνουν διαδρομές  ζωής, αυτό τον ρόλο επιτελεί ο συγγραφέας  Βασίλης Μαστρογιάννης, με μακρά πορεία στη δημόσια διοίκηση, στη δημόσια τάξη, στη διδασκαλία και στη συγγραφή, ανήκει σε εκείνες τις περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν δει τους θεσμούς εκ των έσω και ταυτόχρονα έχουν επιχειρήσει να τους ερμηνεύσουν μέσα από την ανθρώπινη διάσταση.

Στη συνέντευξη που παραχωρεί στην δημσοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το “Patrinorama-Hellenic“, ο λόγος του κινείται ανάμεσα στην εμπειρία και τον στοχασμό,  στην ευθύνη και την αγωνία για το παρόν και το μέλλον της χώρας. Η περιφέρεια, η σχέση εμπιστοσύνης με το κράτος, η νέα γενιά, η παιδεία και η έννοια της «ανυπότακτης ψυχής» ως στάση ζωής, συνθέτουν ένα πλέγμα σκέψεων γύρω από την Ελλάδα που δοκιμάζεται, αλλά δεν παραιτείται.

Μέσα από τις απαντήσεις του αναδεικνύεται όχι μόνο ένας πρώην ανώτερος λειτουργός του κράτους και συγγραφέας, αλλά ένας πολίτης που εξακολουθεί να αναμετριέται με τα ερωτήματα της εποχής του.

Κύριε Μαστρογιάννη, μεγαλώσατε ανάμεσα σε χωριά και μικρές κοινωνίες της Φθιώτιδας, σε μια Ελλάδα πιο σκληρή αλλά ίσως πιο ανθρώπινη. Σήμερα, πιστεύετε ότι η πολιτεία έχει εγκαταλείψει τον άνθρωπο της περιφέρειας ή ότι εκείνος έχει πάψει να πιστεύει στο κράτος;

Νομίζω πως ισχύουν και τα δύο, σε έναν βαθμό. Ο άνθρωπος της περιφέρειας αισθάνθηκε για πολλά χρόνια ότι οι ανάγκες του δεν αποτελούσαν προτεραιότητα. Είδε υπηρεσίες να απομακρύνονται, νέους να φεύγουν, ευκαιρίες να συγκεντρώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αυτή η εμπειρία δημιούργησε απογοήτευση και έπληξε την εμπιστοσύνη του προς το κράτος.

Από την άλλη πλευρά, η πολιτεία συχνά αντιμετώπισε την περιφέρεια περισσότερο ως εκλογικό ακροατήριο και λιγότερο ως χώρο παραγωγής, πολιτισμού και προοπτικής. Όταν οι κάτοικοι νιώθουν ότι τους θυμούνται μόνο προεκλογικά, είναι φυσικό να απομακρύνονται από τους θεσμούς.

Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι η σχέση αυτή έχει χαθεί οριστικά. Η ελληνική περιφέρεια διαθέτει ανθρώπους με γνώσεις, πείσμα και δημιουργικότητα. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η Πολιτεία για την αντιστροφή αυτής της παρακμιακής συνθήκης, θα πρέπει να προτάξει τις ουσιαστικές υποδομές, την πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας, τη στήριξη της τοπικής παραγωγής και την πραγματική αποκέντρωση δομών και αποσυγκέντρωση εξουσιών και πόρων.

Όταν ο πολίτης βλέπει στην πράξη ότι το κράτος τον σέβεται και επενδύει στον τόπο του, τότε ξαναγεννιέται και η εμπιστοσύνη. Η περιφέρεια δεν ζητά προνόμια· ζητά ίσες ευκαιρίες και σεβασμό.

Υπηρετήσατε επί δεκαετίες τον χώρο της δημόσιας τάξης και της διοίκησης. Υπήρξαν στιγμές που αισθανθήκατε πως το κράτος ζητούσε από εσάς να εφαρμόσετε νόμους χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί δικαιοσύνη;

Η εφαρμογή του νόμου και η απονομή της δικαιοσύνης είναι δύο έννοιες στενά συνδεδεμένες, αλλά όχι πάντοτε ταυτόσημες. Ως δημόσιος λειτουργός, είχα χρέος να υπηρετώ τον νόμο και τους θεσμούς με συνέπεια και αμεροληψία. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που διαπίστωνα ότι πίσω από μια τυπικά ορθή διοικητική ή νομική διαδικασία υπήρχαν ανθρώπινες καταστάσεις που απαιτούσαν μεγαλύτερη ευαισθησία και ουσιαστικότερη μέριμνα από την Πολιτεία.

Το κράτος οφείλει όχι μόνο να θεσπίζει κανόνες, αλλά και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι πολίτες να αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται δίκαια. Όταν υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες, καθυστερήσεις, γραφειοκρατικά εμπόδια ή άνιση πρόσβαση στις ευκαιρίες, τότε γεννάται το αίσθημα της αδικίας και ριζώνεται η αίσθηση ότι η νομιμότητα δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει δικαιοσύνη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η προσωπική μου στάση ήταν να εφαρμόζω τον νόμο με απόλυτο σεβασμό, αλλά ταυτόχρονα να αναζητώ, στα πλαίσια της πάντα αναγκαίας ΄΄διακριτικής ευχέρειας΄΄, εκείνα τα περιθώρια ανθρωπιάς, λογικής και υπηρεσιακής ευθύνης που επιτρέπουν στους θεσμούς να υπηρετούν τον πολίτη και όχι να τον συνθλίβουν. Γιατί η πραγματική δύναμη του κράτους δεν βρίσκεται στην επιβολή των κανόνων, αλλά στην εμπιστοσύνη που εμπνέει στους ανθρώπους ότι οι κανόνες υπηρετούν το κοινό καλό.

Ως άνθρωπος που δίδαξε νέους αστυνομικούς αλλά και φοιτητές Δημόσιας Διοίκησης, τι είναι εκείνο που σας φοβίζει περισσότερο για τη νέα γενιά η οργή, η απογοήτευση ή η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει;

Αν έπρεπε να επιλέξω, θα έλεγα ότι με ανησυχεί περισσότερο η καλλιεργηθείσα πεποίθηση πως τίποτα δεν αλλάζει. Η οργή, όσο έντονη κι αν είναι, συχνά κρύβει μέσα της ζωντάνια, διεκδίκηση και την επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο. Ακόμη και η απογοήτευση μπορεί να ξεπεραστεί όταν υπάρχουν ερεθίσματα, ευκαιρίες και πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής κι αυτό πρέπει να αντιστραφεί, είναι η παραίτηση. Όταν ένας νέος άνθρωπος πειστεί ότι η προσπάθεια δεν έχει νόημα, ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν, ότι η αξιοκρατία είναι μύθος και ότι η συμμετοχή στα κοινά δεν παράγει αποτέλεσμα, τότε κινδυνεύει να αποσυρθεί από την κοινωνική και δημοκρατική ζωή. Και μια κοινωνία που χάνει τη συμμετοχή των νέων της, χάνει ένα μέρος από το μέλλον της.

Παρά τα προβλήματα, όμως, η επαφή μου με νέους ανθρώπους όλα αυτά τα χρόνια μού έχει δώσει και λόγους αισιοδοξίας. Βλέπω μια γενιά πιο μορφωμένη, πιο ενημερωμένη, με μεγαλύτερη εξοικείωση με τον κόσμο και τις εξελίξεις. Εκείνο που χρειάζεται είναι να βρει θεσμούς που να την ακούνε πραγματικά και ένα περιβάλλον που να επιβραβεύει την προσπάθεια και την αξία.

Οι νέοι δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν να πιστέψουν ότι η γνώση, η εργασία και η συμμετοχή μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους και τον τόπο τους. Χρέος της πολιτείας και όλων μας είναι να μην τους στερήσουμε αυτή την πίστη.

Από τη Νομική και το Δημόσιο Δίκαιο μέχρι το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και την Αστυνομική Ακαδημία, έχετε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής σας στη γνώση και τη διδασκαλία. Πιστεύετε ότι η σημερινή ακαδημαϊκή κοινότητα μπορεί ακόμη να διαμορφώσει ενεργούς πολίτες ή έχει εγκλωβιστεί σε μια εποχή τυπικών τίτλων και σιωπηλών συμβιβασμών;

Θα ήταν άδικο να ισχυριστούμε ότι η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει χάσει ολοκληρωτικά τον παιδευτικό και κοινωνικό της ρόλο. Υπάρχουν σήμερα αξιόλογοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ερευνητές και φοιτητές που υπηρετούν με συνέπεια τη γνώση, την ελεύθερη σκέψη και τη δημοκρατική συνείδηση. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η εποχή μας ασκεί ισχυρές πιέσεις προς μια διαφορετική κατεύθυνση.

Ζούμε σε μια περίοδο όπου συχνά η αξία της γνώσης μετριέται με όρους πιστοποιήσεων, επαγγελματικής αποκατάστασης και ατομικής επιτυχίας. Ο κίνδυνος είναι να αντιμετωπίζεται το πανεπιστήμιο ως ένας μηχανισμός παραγωγής τίτλων και όχι ως ένας χώρος πνευματικής καλλιέργειας και κοινωνικού προβληματισμού. Όταν συμβαίνει αυτό, περιορίζεται η δυνατότητά του να διαμορφώνει πολίτες με κριτική σκέψη και ενεργό συμμετοχή στα κοινά.

Παράλληλα, οι «σιωπηλοί συμβιβασμοί» που αναφέρετε αποτελούν μια πραγματική πρόκληση για κάθε θεσμό. Η ακαδημαϊκή κοινότητα οφείλει να διατηρεί την πνευματική της ανεξαρτησία, να ενθαρρύνει τον διάλογο και να μην υποκύπτει ούτε σε πολιτικές ούτε σε κοινωνικές πιέσεις που περιορίζουν την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Η πρόοδος της κοινωνίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη χώρων όπου οι ιδέες μπορούν να δοκιμάζονται, να αμφισβητούνται και να εξελίσσονται χωρίς φόβο.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι το πανεπιστήμιο εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να διαμορφώνει ενεργούς πολίτες. Αυτό όμως δεν είναι μια διαδικασία αυτόματη. Απαιτεί δασκάλους με αίσθημα αποστολής, φοιτητές με πνευματική ανησυχία και μια κοινωνία που να αναγνωρίζει ότι η παιδεία δεν είναι μόνο μέσο επαγγελματικής ανέλιξης, αλλά και θεμέλιο της δημοκρατίας. Η μεγάλη πρόκληση του καιρού μας είναι να μη χάσουμε αυτή την ισορροπία. Γιατί όταν η γνώση αποσυνδέεται από τις αξίες και την κοινωνική ευθύνη, τότε οι τίτλοι πολλαπλασιάζονται, αλλά οι πολίτες λιγοστεύουν.

Συνεργαστήκατε στενά με τον Γιάννη Πανούση σε μια περίοδο έντονων πολιτικών συγκρούσεων. Τελικά, στην Ελλάδα τι κοστίζει περισσότερο σε έναν άνθρωπο της δημόσιας ζωής, να συγκρουστεί με το σύστημα ή να συμβιβαστεί μαζί του;

Η συνεργασία μου με τον Γιάννη Πανούση υπήρξε μια ξεχωριστή εμπειρία τόσο σε επιστημονικό, διοικητικό και πολιτικό επίπεδο, όσο και στο καθαρά ανθρώπινο και πρωτίστως στο φιλικό. Πρόκειται για έναν πανεπιστημιακό με βαθιά γνώση της εγκληματολογίας, αλλά και για έναν άνθρωπο που δεν δίσταζε να εκφράζει δημόσια τις απόψεις του, ακόμη και όταν γνώριζε ότι αυτές θα προκαλούσαν αντιδράσεις.

Αυτό που εκτιμούσα ( και εκτιμώ) ιδιαίτερα ήταν η προσήλωσή του στον διάλογο και η επιμονή του να προσεγγίζει τα ζητήματα της ασφάλειας όχι μόνο ως θέματα καταστολής, αλλά και ως κοινωνικά φαινόμενα που απαιτούν σύνθετες λύσεις κυρίως μέσα από πολιτικές πρόληψης. Πίστευε ότι η δημοκρατία και η ασφάλεια δεν είναι αντίπαλες έννοιες, αλλά αξίες που πρέπει να συνυπάρχουν και να αλληλοσυμπληρώνονται.

Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω την εργατικότητά του, την ακαδημαϊκή του συγκρότηση, την πολιτικο-διοικητική του αποτελεσματικότητα και κυρίως τη διάθεσή του να ακούει διαφορετικές απόψεις. Ακόμη και όταν υπήρχαν διαφωνίες, αυτές γίνονταν μέσα σε ένα πλαίσιο σεβασμού και γόνιμου προβληματισμού.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα μάθημα από εκείνη την περίοδο, της πολιτικής μας συνύπαρξης σε υψηλό επίπεδο, θα έλεγα ότι ήταν η αξία της πνευματικής και πολιτικής ανεξαρτησίας. Ο Γιάννης Πανούσης δεν φοβόταν να υπερασπιστεί τις θέσεις του, ακόμη και όταν αυτό συνεπαγόταν πολιτικό ή προσωπικό κόστος, γιατί ήταν από τους λίγους ανθρώπους της δημόσιας ζωής που προτιμούσαν να πληρώσουν το κόστος μιας άποψης, παρά να απολαύσουν την ασφάλεια της σιωπής.

Αυτό ακριβώς είναι που λείπει στις μέρες μας. Σε μια εποχή όπου συχνά κυριαρχούν οι εύκολες βεβαιότητες και οι κομματικές περιχαρακώσεις, αυτή η στάση αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα δημόσιας παρουσίας και ευθύνης.

Είμαι ευγνώμων για την ευκαιρία που μου έδωσε, αλλά και την εμπιστοσύνη που μου έδειξε κυρίως σε επιχειρησιακά αλλά και επιτελικά θέματα, σε μία περίοδο που χαρακτηρίζεται από όλους πια, ως η πιο κρίσιμη περίοδος της Μεταπολίτευσης. Δημοψήφισμα, κλείσιμο τραπεζών, πορείες, καταλήψεις, νέο μνημόνιο, εκλογές σε φορτισμένο κλίμα και άλλα γεγονότα της καθημερινότητας, τα οποία αντιμετωπίστηκαν με απόλυτη επιτυχία και όπως λαϊκά αναφέρεται ΄΄χωρίς να ανοίξει μύτη΄΄.

 Αν προσθέσω σε αυτή την πετυχημένη κατά γενική ομολογία αντιμετώπιση των προαναφερόμενων γεγονότων, και το τεράστιο μεταρρυθμιστικό έργο, όπως ο Αστυνομικός της Γειτονιάς, τα Μικτά κλιμάκια για εξυπηρέτηση των πολιτών σε απομακρυσμένες περιοχές, το Ινστιτούτο αντεγκληματικής πολιτικής, το αρχικό στήσιμο του 112, το σχέδιο για την Αναδιάρθρωση των υπηρεσιών, την  Ακαδημαϊκή φοίτηση, την Ημέρα του πολίτη όπου ο καθένας πολίτης μπορούσε να δει την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και πολλά άλλα, τότε μπορεί εύκολα να χρησιμοποιήσει κανείς αυτή την περίοδο ως ΄΄Μελέτη Περίπτωσης΄΄ για διοίκηση υπηρεσιών  εν μέσω κρίσης.

Αυτά όλα βέβαια στο σύνολό τους, μετά την αποχώρησή μας από το Υπουργείο, σταδιακά απαξιώθηκαν, δεν προχώρησαν ή καταργήθηκαν, αφήνοντας σε όλους μία γλυκόπικρη γεύση, αλλά και την πεποίθηση ότι η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει, όταν έχει σχέδιο και ικανούς και καθαρούς ανθρώπους να το υλοποιήσουν. Αυτό το επιβεβαιώνουν οι τότε υπηρετούντες στα αντίστοιχα σώματα, χαρακτηρίζοντας με κάθε ευκαιρία εκείνο το επτάμηνο ΄΄ ως το καλύτερο της μεταπολίτευσης΄΄ κυρίως για την αστυνομία.

Στα βιβλία και στα δοκίμιά σας συναντά κανείς συχνά τις λέξεις «φρόνηση», «περίσκεψη», «ανυπότακτη ψυχή». Είναι μια προσωπική αντίσταση απέναντι στην κυνικότητα της εποχής ή μια έμμεση πολιτική κραυγή για όσα χάθηκαν στην ελληνική κοινωνία;

Δεν πρόκειται για τυχαίες λέξεις ούτε για λογοτεχνικά σχήματα. Αποτελούν τον πυρήνα της σκέψης και της γραφής μου. Άλλωστε, επέλεξα να τις κάνω τίτλους βιβλίων.

Ιδιαίτερα  το «Με περίσκεψη», το «Με φρόνηση» και το «Με Αρμονία» αποτελούν μέρη της Τριλογίας μου, όπου καταγράφονται οι σκέψεις και οι απόψεις μου για κάθε θέμα της κοινωνικοοικονομικοπολιτικής ζωης, αλλά και προτάσεις για την ανατροπή αυτής της κατάστασης που κρατά τη χώρα δεκαετίες πίσω από τις άλλες χωρες της ΕΕ.

Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στα ανωτέρω βιβλία εκφράζουν μια βαθιά ανάγκη που θεωρώ ότι έχει η σημερινή κοινωνία, να ξαναβρεί το μέτρο. Σε μια εποχή ακραίων αντιπαραθέσεων, βιαστικών συμπερασμάτων και εύκολων βεβαιοτήτων, πιστεύω ότι η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που σκέφτονται πριν μιλήσουν, που ακούν πριν κρίνουν και που αναζητούν τη σύνθεση αντί της διαρκούς σύγκρουσης.

Επομένως, ναι, υπάρχει και μια μορφή αντίστασης απέναντι στον κυνισμό της εποχής. Όχι όμως με όρους καταγγελίας ή νοσταλγίας. Περισσότερο ως υπενθύμιση ότι οι κοινωνίες προοδεύουν όταν στηρίζονται σε αξίες, μνήμη και ήθος. Αν κάτι επιχειρώ μέσα από τα βιβλία μου, είναι να υπερασπιστώ αυτές τις έννοιες απέναντι στη λήθη και την ευκολία. Γιατί πιστεύω ότι η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από περισσότερη γνώση, αλλά έχει ανάγκη και από περισσότερη φρόνηση, περισσότερη περίσκεψη και περισσότερη αρμονία σε κάθε δράση είτε ατομική, είτε συλλογική.

Από την άλλη η «Ανυπότακτη Ψυχή» μου, γεννήθηκε μέσα από την αληθινή ιστορία της μητέρας μου, μιας γυναίκας που βίωσε την Κατοχή, την Αντίσταση και τις δοκιμασίες του Εμφυλίου, χωρίς να χάσει την αξιοπρέπειά της. Δεν ήταν μια ηρωίδα των βιβλίων· ήταν ένας απλός άνθρωπος που αρνήθηκε να υποταχθεί στον φόβο και στις περιστάσεις. Μέσα από τη δική της ζωή θέλησα να αναδείξω τη δύναμη των αφανών ανθρώπων που κράτησαν όρθια την κοινωνία μας σε δύσκολες εποχές και να δώσω ένα θετικό παράδειγμα σε όλους και κυρίως σε όλες που νιώθουν να τους καταβάλλουν τα αδιέξοδα, η μοναξιά και η απογοήτευση.

Σε αυτό το πνεύμα κινούνται και τα άλλα λογοτεχνικά μου κείμενα. Μνήμη, γνώση, θάρρος και αισιοδοξία.

Έχοντας ζήσει από μέσα τον κρατικό μηχανισμό, αλλά και ως πατέρας σήμερα, ποια Ελλάδα φοβάστε περισσότερο να παραδώσουμε στα παιδιά μας, μια χώρα χωρίς ασφάλεια ή μια χώρα χωρίς ελπίδα;

Χωρίς να υποτιμώ καθόλου τη σημασία της ασφάλειας, φοβάμαι περισσότερο μια Ελλάδα χωρίς ελπίδα. Η ασφάλεια είναι θεμελιώδες αγαθό για κάθε οργανωμένη κοινωνία. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική συνοχή, οικονομική ανάπτυξη ή ουσιαστική ελευθερία. Όμως οι κοινωνίες βρίσκουν τρόπους να αντιμετωπίζουν τις απειλές όταν διαθέτουν πίστη στον εαυτό τους και προοπτική για το μέλλον.

Αντίθετα, όταν χάνεται η ελπίδα, διαβρώνεται ο ίδιος ο πυρήνας της κοινωνίας. Όταν οι νέοι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι κόποι τους δεν θα ανταμειφθούν, ότι η αξιοκρατία είναι εξαίρεση, ότι τα όνειρά τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μακριά από την πατρίδα τους, τότε η χώρα αρχίζει να χάνει το πιο πολύτιμο κεφάλαιό της που είναι το ανθρώπινο δυναμικό.

Ως πατέρας, αλλά και ως άνθρωπος που υπηρέτησε επί δεκαετίες τους θεσμούς, δεν με ανησυχεί μόνο αν τα παιδιά μας θα ζουν σε μια ασφαλή Ελλάδα. Με απασχολεί αν θα ζουν σε μια Ελλάδα που θα τους εμπνέει να δημιουργήσουν, να συμμετέχουν, να ονειρεύονται και να παραμένουν εδώ από επιλογή και όχι από ανάγκη.

Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι μόνο να προστατεύσουμε τους νέους από τους κινδύνους. Είναι να τους δώσουμε λόγους να πιστεύουν στο μέλλον. Γιατί μια κοινωνία χωρίς ελπίδα δεν αδειάζει μόνο από ανθρώπους, αλλά αδειάζει από ιδέες, από δημιουργικότητα και από ψυχή. Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό έλλειμμα που μπορεί να κληροδοτήσει μια γενιά στην επόμενη.

 Στο λογοτεχνικό σας έργο οι ήρωες μοιάζουν συχνά να κουβαλούν εσωτερικές μάχες, σιωπές και ανεκπλήρωτες αλήθειες. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία είναι τελικά ένας τρόπος προσωπικής εξομολόγησης που δεν χωρά στον δημόσιο λόγο;

Η λογοτεχνία ασφαλώς περιέχει στοιχεία προσωπικής εξομολόγησης, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν. Κάθε συγγραφέας, συνειδητά ή ασυνείδητα, καταθέτει μέσα στα έργα του βιώματα, αγωνίες, ερωτήματα και εμπειρίες που τον έχουν σημαδέψει. Όμως ο σκοπός της λογοτεχνίας δεν είναι να μιλήσει μόνο για τον εαυτό της, αλλά να φωτίσει τον άνθρωπο.

Οι ήρωες των βιβλίων μου πράγματι κουβαλούν εσωτερικές συγκρούσεις, σιωπές και ανοιχτές πληγές. Αυτό συμβαίνει γιατί πιστεύω ότι οι πιο σημαντικές μάχες της ζωής δίνονται συχνά μακριά από τα βλέμματα των άλλων. Υπάρχουν αλήθειες που δύσκολα εκφράζονται στον δημόσιο λόγο, είτε επειδή είναι πολύ προσωπικές είτε επειδή απαιτούν εκείνη τη σιωπή και την εσωτερική αναμέτρηση που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να φιλοξενήσει.

Στην «Ανυπότακτη Ψυχή», αλλά και σε άλλα κείμενά μου, με ενδιέφερε λιγότερο το εξωτερικό γεγονός και περισσότερο το ψυχικό αποτύπωμα που αφήνει στον άνθρωπο. Πώς αυτός αντέχει την απώλεια; Πώς διαχειρίζεται την ενοχή, τη μνήμη, την αδικία ή την ελπίδα; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν απαντώνται, ούτε εξηγούνται σε πολιτικούς λόγους ή δημόσιες δηλώσεις.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η λογοτεχνία δεν είναι μια προσωπική εξομολόγηση με τη στενή έννοια. Είναι μια προσπάθεια να μετατραπεί το προσωπικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία. Όταν ένας αναγνώστης αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε έναν ήρωα, τότε το ιδιωτικό γίνεται κοινό και το ατομικό αποκτά ανθρώπινη και κοινωνική διάσταση.

Ίσως γι’ αυτό η λογοτεχνία παραμένει τόσο αναγκαία. Επειδή μας επιτρέπει να πούμε όσα δεν χωρούν εύκολα στον δημόσιο λόγο και να ακούσουμε όσα οι άνθρωποι συχνά δυσκολεύονται να ομολογήσουν ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό.

Η «Ανυπότακτη Ψυχή» αλλά και τα ποιητικά σας κείμενα αφήνουν μια έντονη αίσθηση ιστορικής μνήμης και ανθρώπινης αντίστασης. Σας συγκινεί περισσότερο ο άνθρωπος που νικά ή εκείνος που επιμένει ακόμη και όταν ξέρει πως μπορεί να χάσει;

Με συγκινεί περισσότερο ο άνθρωπος που επιμένει, ακόμη και όταν γνωρίζει ότι οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος του. Η νίκη έχει τη δική της αξία, ιδιαίτερα όταν είναι αποτέλεσμα κόπου, θυσίας και δικαίωσης. Όμως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μετριέται πάντοτε με το αποτέλεσμα.

Στην «Ανυπότακτη Ψυχή» με ενδιέφερε ακριβώς αυτή η διάσταση του ανθρώπου. Η δύναμη να παραμένει όρθιος μέσα στις αντιξοότητες, να υπερασπίζεται τις αξίες του, να μη συνθηκολογεί με τον φόβο ή την παραίτηση, ακόμη και όταν γνωρίζει ότι το προσωπικό κόστος θα είναι βαρύ. Η ιστορία, άλλωστε, είναι γεμάτη από ανθρώπους που μπορεί να ηττήθηκαν στα γεγονότα, αλλά νίκησαν στη συνείδηση των επόμενων γενεών.

Πιστεύω ότι η πραγματική αντίσταση δεν βρίσκεται μόνο στις μεγάλες πράξεις ηρωισμού. Βρίσκεται και στις μικρές καθημερινές επιλογές, όταν για παράδειγμα προσπαθείς να διατηρείς την αξιοπρέπειά σου, να λες την αλήθεια όταν είναι δύσκολο, να παραμένεις πιστός στις αρχές σου όταν οι συνθήκες σε ωθούν προς την ευκολία του συμβιβασμού.

Ίσως γι’ αυτό στα κείμενά μου συναντά κανείς συχνά πρόσωπα που αγωνίζονται περισσότερο απ’ όσο θριαμβεύουν. Γιατί η ζωή δεν είναι πάντοτε δίκαιη με τους ανθρώπους. Εκείνο που τελικά μένει δεν είναι μόνο ποιος κέρδισε ή ποιος έχασε, αλλά ποιος στάθηκε όρθιος μέχρι το τέλος χωρίς να προδώσει τον εαυτό του.

Η ήττα μπορεί να είναι ένα γεγονός. Η παραίτηση, όμως, είναι επιλογή. Και προσωπικά με συγκινούν οι άνθρωποι που αρνούνται να παραιτηθούν από όσα πιστεύουν, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι ο δρόμος τους δεν οδηγεί απαραίτητα στη νίκη. Εκεί, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσία της ανυπότακτης ψυχής.

Η «Ανυπότακτη Ψυχή» συγκεκριμένα γεννήθηκε πρωτίστως από ένα χρέος μνήμης. Η κεντρική μορφή του βιβλίου, εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, δεν εκπροσωπεί μόνο ένα πρόσωπο, αλλά συμβολίζει χιλιάδες γυναίκες και άνδρες της ελληνικής υπαίθρου που αγωνίστηκαν σιωπηλά, μακριά από τα φώτα της ιστορίας.

Αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν απλώς η αναπαράσταση των γεγονότων. Ήθελα να φωτίσω τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων. Τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν τον φόβο, την απώλεια, τις διώξεις, τις διαψεύσεις και τις προσωπικές τους δοκιμασίες. Γιατί η Ιστορία συνήθως καταγράφει μάχες, ημερομηνίες και πολιτικές εξελίξεις. Πολύ πιο σπάνια καταγράφει τον ψυχικό αγώνα εκείνων που έζησαν αυτά τα γεγονότα.

Η «ανυπότακτη ψυχή» δεν είναι για μένα ένας ήρωας που δεν λυγίζει ποτέ. Είναι ο άνθρωπος που λυγίζει, πληγώνεται, αμφιβάλλει, αλλά βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί ξανά. Είναι εκείνος που δεν επιτρέπει στις δυσκολίες να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του και να τον απομακρύνουν από τις αξίες του. Αυτή η αντοχή της ψυχής είναι ίσως η πιο σπουδαία μορφή αντίστασης.

Μέσα από το βιβλίο θέλησα επίσης να αναδείξω τη σημασία της ιστορικής μνήμης. Οι νεότερες γενιές έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν όχι μόνο τα μεγάλα γεγονότα, αλλά και τις ανθρώπινες ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά. Χωρίς μνήμη, οι κοινωνίες χάνουν την αυτογνωσία τους. Και χωρίς αυτογνωσία, δύσκολα μπορούν να χαράξουν το μέλλον τους.

Αν υπάρχει ένα μήνυμα που θα ήθελα να κρατήσει ο αναγνώστης, είναι ότι η δύναμη του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην απουσία φόβου ή πόνου. Βρίσκεται στην ικανότητά του να συνεχίζει παρά τον φόβο και τον πόνο. Να παραμένει ελεύθερος στο φρόνημά του, ακόμη και όταν οι συνθήκες επιχειρούν να τον γονατίσουν. Αυτό είναι, για μένα, το αληθινό νόημα της Ανυπότακτης Ψυχής.

 Τέλος,  ένας άνθρωπος του νόμου, της διοίκησης και της θεσμικής πειθαρχίας στρέφεται παράλληλα στην ποίηση και στο μυθιστόρημα. Είναι η λογοτεχνία η δική σας «απόδραση» από τη σκληρότητα της πραγματικότητας ή ο πιο αληθινός τρόπος να την καταγγείλετε;

Δεν υπήρξε ποτέ για μένα μια μορφή απόδρασης. Αντιθέτως, η λογοτεχνία ήταν πάντοτε ένας διαφορετικός τρόπος επιστροφής στην πραγματικότητα. Στη δημόσια διοίκηση, στη νομική επιστήμη και στη δημόσια ζωή έμαθα να αντιμετωπίζω τα γεγονότα μέσα από κανόνες, διαδικασίες και θεσμούς. Η λογοτεχνία, όμως, μου επέτρεψε να δω αυτό που συχνά μένει αθέατο. Τον άνθρωπο πίσω από τα γεγονότα.

Ο νόμος εξετάζει πράξεις. Η λογοτεχνία εξετάζει συνειδήσεις. Η διοίκηση διαχειρίζεται προβλήματα. Η τέχνη αναζητά τα βαθύτερα αίτια που τα γεννούν. Για τον λόγο αυτό δεν ένιωσα ποτέ ότι κινούμαι σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Αντίθετα, οι εμπειρίες που αποκόμισα από τη δημόσια ζωή τροφοδότησαν τη γραφή μου, ενώ η λογοτεχνία με βοήθησε να κατανοήσω βαθύτερα τις ανθρώπινες διαστάσεις όσων συναντούσα στην υπηρεσιακή μου διαδρομή.

Όσο για την καταγγελία, δεν πιστεύω στη λογοτεχνία που φωνάζει συνθήματα. Πιστεύω στη λογοτεχνία που φωτίζει αλήθειες. Ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα ή μια ανθρώπινη ιστορία μπορούν πολλές φορές να αποκαλύψουν περισσότερα για την αδικία, τη μοναξιά, την εξουσία ή την κοινωνική παρακμή απ’ όσα μπορεί να πετύχει ένας πολιτικός λόγος ή ένα δημοσιογραφικό σχόλιο.

Στην «Ανυπότακτη Ψυχή», αλλά και στα δοκίμια και τα ποιητικά μου κείμενα, δεν επιχείρησα να δραπετεύσω από την πραγματικότητα. Επιχείρησα να την κοιτάξω κατάματα. Να διασώσω μνήμες, να καταγράψω αγωνίες, να υπερασπιστώ αξίες που θεωρώ διαχρονικές, όπως την αξιοπρέπεια, την ελευθερία της συνείδησης, τη φρόνηση και την ανθρωπιά.

Αν, λοιπόν, η λογοτεχνία έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή μου, αυτός δεν είναι η απόδραση. Είναι η αναζήτηση μιας βαθύτερης αλήθειας. Εκείνης της αλήθειας που δεν αποτυπώνεται πάντοτε στα επίσημα έγγραφα, στις στατιστικές ή στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά ζει μέσα στις μνήμες, στις σιωπές και στις ψυχές των ανθρώπων. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική μαρτυρία που μπορεί να αφήσει ένας συγγραφέας στην εποχή του.

Η συζήτηση αυτή αφήνει πίσω της μια αίσθηση συνέχειας περισσότερο παρά ολοκλήρωσης. Ο Βασίλης Μαστρογιάννης δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως ένα στατικό αφήγημα, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό που δοκιμάζεται, μεταβάλλεται και ζητά διαρκώς επαναπροσδιορισμό.

Σε όλη τη διαδρομή των απαντήσεών του επανέρχεται μια κεντρική ιδέα: ότι οι θεσμοί έχουν αξία μόνο όταν υπηρετούν τον άνθρωπο και ότι η κοινωνική συνοχή δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε κανόνες, αλλά στην εμπιστοσύνη, τη μνήμη και την ελπίδα.

Ανάμεσα στη δημόσια εμπειρία και τη λογοτεχνική του ευαισθησία, αναδεικνύεται μια σταθερή πεποίθηση: πως η μεγαλύτερη απειλή για μια κοινωνία δεν είναι μόνο η κρίση ή η ανασφάλεια, αλλά η εσωτερική παραίτηση.

Και ίσως εκεί ακριβώς να συναντάται το ουσιώδες μήνυμα της συζήτησης: ότι όσο παραμένει ζωντανή η «ανυπότακτη ψυχή» του ανθρώπου, τόσο η Ελλάδα μπορεί ακόμη να ελπίζει, να αντιστέκεται και να προχωρά.