Ευάγγελος Γιαμούρης, ο Έλληνας τενόρος  που κάνει τη μουσική γέφυρα του κόσμου μιλάει στο «π»

Υπάρχουν συναντήσεις που ξεπερνούν τα όρια μιας συνέντευξης και γίνονται μικρές, ξεχωριστές ιστορίες. Ένα από εκείνα τα ηλιόλουστα καλοκαιρινά πρωινά στην Πάτρα, η δημοσιογράφος Ευτυχία Λαμπροπούλου βρέθηκε σε ένα σπίτι όπου η τέχνη, η επιστήμη και η φιλοξενία συναντήθηκαν με έναν ξεχωριστό καλεσμένο. Η εικαστικός Μαρία Καραμολέγκου -Κολιοπούλου και ο καρδιοχειρουργός Νίκος Κολιόπουλος άνοιξαν τις πόρτες της κατοικίας τους, μέσα στον ολάνθιστο κήπο και δίπλα στην πισίνα, υποδέχθηκαν τον διεθνούς εμβέλειας Έλληνα τενόρο Ευάγγελο Γιαμούρη, μαζί με τον αγαπημένο του σκύλο Τσάρλι. Από την Άρτα μέχρι τις μεγάλες σκηνές του κόσμου, από την Ιατρική και την Παιδιατρική με μετεκπαίδευση στο Λονδίνο μέχρι την όπερα, το κλασικό τραγούδι και το μουσικό θέατρο, η πορεία του Ευάγγελου Γιαμούρη δύσκολα χωρά σε μία μόνο ιδιότητα. Με παρουσία σε Ευρώπη, Κίνα και Αμερική, συμμετοχές σε μεγάλες παραγωγές του Μπρόντγουεϊ, διεθνή γκαλά και τηλεοπτικά δίκτυα, ανάμεσά τους η ΕΡΤ και η Φωνή της Ελλάδας, αλλά και με σημαντική διεθνή αναγνώριση, όπως η τιμητική διάκριση από την κυβέρνηση της Κίνας και η βράβευσή του από τον θεσμό Who is Who International Awards, ο ίδιος συνεχίζει να υπηρετεί τη μουσική με έναν στόχο που ξεπερνά την προσωπική καταξίωση και  κάνει την ελληνική φωνή να ταξιδεύει παντού. Άνοιξε την καρδιά του στο «πατρινόραμα- hellenic» και μίλησε για την Ελλάδα, την μουσική και τις μεγάλες συνεργασίες του.

Η πρώτη επαφή, έτσι με την καριέρα σας, με την πορεία σας, πότε ήρθε το πρώτο έναυσμα να βγείτε στη σκηνή; θυμόσαστε την πρώτη μέρα που βγήκατε πάνω σε κόσμο;

Θυμάμαι. Ήταν σε κάποια θέατρα, σε τοπική εμβέλεια και μετά, ας πούμε, στα πιο μεγάλα αστικά κέντρα, είτε στη Ελλάδα είτε στο εξωτερικό που βρισκόμουν, αλλά από την αρχή είχα μεγάλη άνεση σε αυτό και με γοήτευε. Οπότε ένιωθα μια ιδιαίτερη χαρά εσωτερική όταν βρισκόμουν πάνω on stage, που λέμε, και μετά άρχισα να το κάνω έτσι σε πιο σοβαρό επαγγελματικό επίπεδο και μετά έφυγα προς άλλα μέρη του κόσμου, στο εξωτερικό, ταξίδεψα για να βρω τον προορισμό που έψαχνα στο μυαλό μου. Πήγα σε διάφορες χώρες, στη Γαλλία, στο Περού, συνδεέθηκα εκεί  με μουσικούς τοπικών μουσικών θεμάτων, κατέληξα στη Νέα Υόρκη, όπου και έμεινα.

Η πρώτη σας επαφή με έναν μεγάλο καλλιτέχνη πώς ήταν; Ποιος υπήρξε ο μέντοράς σας στο καλλιτεχνικό στερέωμα και τι νιώσατε όταν ήρθατε σε επαφή μαζί του;

Όταν ήμουν παιδί, υπήρχαν αρκετοί μεγάλοι καλλιτέχνες που θαύμαζα και από τους οποίους έπαιρνα στοιχεία. Ο Παβαρότι, ο Αντρέα Μποτσέλι και άλλοι σπουδαίοι τενόροι ήταν για μένα σημαντικές αναφορές. Μάλιστα, τον Αντρέα Μποτσέλι είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω και να συνεργαστώ μαζί του.  Από διαφορετικούς καλλιτέχνες πήρα διαφορετικά στοιχεία. Μου άρεσε πάρα πολύ η ευαισθησία του Χούλιο Ιγκλέσιας, η ζεστασιά του Αντρέα Μποτσέλι, αλλά και η στιβαρότητα και η σταθερότητα του Παβαρότι. Όλα αυτά τα στοιχεία με επηρέασαν και με βοήθησαν να διαμορφώσω τη δική μου καλλιτεχνική ταυτότητα. Έχω συνεργαστεί με τον Αντρέα Μποτσέλι. Με τον Παβαρότι δεν πρόλαβα να συνεργαστώ, γιατί έφυγε από τη ζωή όταν εγώ ήμουν ακόμη πιο μικρός. Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί του.

 Υπήρξε, δηλαδή, προσωπική επικοινωνία;

Ναι, είχα μιλήσει μαζί του. Είχαμε μία ζεστή  επικοινωνία και αυτή για μένα ήταν μία πολύ σημαντική στιγμή.

 

 Η πορεία σας ξεκίνησε από την Ελλάδα, σας οδήγησε στην Αμερική, στην Κίνα και σε πολλά ακόμη μέρη του κόσμου. Μέσα από τη μουσική, ουσιαστικά, γίνατε ένας πολίτης του κόσμου. Τι σας έχει προσφέρει αυτό το μεγάλο ταξίδι; Τι έχετε βιώσει και ποια συναισθήματα σας έχει δημιουργήσει;

Από μικρό παιδί είχα πάντα την ανάγκη να μετακινούμαι. Αυτό συνέβαινε και λόγω της οικογένειάς μου, αλλά υπήρχαν και οι δικές μου εσωτερικές αναζητήσεις. Δεν μου αρκούσε να μένω σε ένα μέρος και να θεωρώ ότι αυτό από μόνο του μπορούσε να με κάνει ευτυχισμένο.

Η μουσική, επειδή με γοήτευε από πολύ μικρή ηλικία, έγινε για μένα το διαβατήριο που μου επέτρεψε να ταξιδεύω παντού, να ασχολούμαι με αυτό που αγαπώ και ταυτόχρονα να γνωρίζω άλλους κόσμους, άλλες κουλτούρες και διαφορετικές νοοτροπίες.

Αυτό το μεγάλο ταξίδι στον κόσμο ξεκίνησε ουσιαστικά από πολύ μικρή ηλικία, περίπου στα 17 μου χρόνια. Άρχισα να αναζητώ, όπως είπα και προηγουμένως, να ταξιδεύω σε διαφορετικά μέρη και να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους. Από κάθε τόπο κρατούσα τα θετικά στοιχεία. Και βεβαίως, πάντα μαζί μου ήταν η Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα έχει πάρα πολλά θετικά και πολλά από αυτά τα στοιχεία τα συναντάς σε Έλληνες ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Τα αρνητικά τα άφηνα πίσω και κρατούσα ό,τι μπορούσε να με κάνει καλύτερο. Νομίζω ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία ολοκλήρωσα τον εαυτό μου σε κοινωνικό και ανθρώπινο επίπεδο, αλλά και σε μουσικό επίπεδο.

Σήμερα μπορώ να δημιουργώ έχοντας ως βάση όλη αυτή την εμπειρία και τη γνώση που απέκτησα. Όχι μόνο μέσα από τη μουσική, αλλά και μέσα από τους ανθρώπους, τις κοινωνίες και τους διαφορετικούς πολιτισμούς με τους οποίους ήρθα σε επαφή. Όλα αυτά έγιναν κομμάτι της δικής μου δημιουργίας.

Εδώ χρειάζεται κυρίως να «σπάσει» η μεγάλη προφορική απάντηση σε καθαρή δημοσιογραφική αφήγηση, χωρίς να χαθεί κανένα από τα βασικά σημεία, από το Μπρόντγουεϊ και την όπερα μέχρι την «Ελλάς για την Οικουμένη».

 Θα ήθελα να μας μιλήσετε για το Μπρόντγουεϊ, για την εμπειρία σας από τις πολλές παραγωγές στις οποίες έχετε συμμετάσχει, για την Κίνα, όπου εκπροσωπήσατε την Ευρώπη σε ένα τόσο μεγάλο γεγονός, αλλά και για όσα έχετε κάνει στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο έχετε καταφέρει να συγκεράσετε την παραδοσιακή μουσική με την ευρωπαϊκή μουσική σκέψη και να συνεργαστείτε με ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών, έχοντας όμως όλοι μια κοινή αφετηρία, τη μουσική.

Είναι πολλά τα ερωτήματα, αλλά ουσιαστικά όλα συνδέονται μεταξύ τους. Όταν είσαι λυρικός τραγουδιστής, έχεις τη δυνατότητα να τραγουδήσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο και να αξιοποιήσεις τη λυρικότητα της φωνής, δηλαδή να τραγουδήσεις όπερα. Αυτό έκανα και εγώ, συμμετέχοντας σε πολλές παραγωγές όπερας.

Όμως, ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορούσα να περιοριστώ μόνο στην όπερα. Γι’ αυτό συνέχισα και στο Μπρόντγουεϊ, συμμετέχοντας σε διάφορες παραγωγές. Ουσιαστικά, βρέθηκα να κινούμαι ανάμεσα στην όπερα και το Μπρόντγουεϊ, δύο διαφορετικούς αλλά εξίσου σημαντικούς κόσμους της μουσικής.

Στη συνέχεια, επειδή είμαι και ο ίδιος παραγωγός, άρχισα να δημιουργώ τα δικά μου μουσικά θέματα. Έπαιρνα μουσικές και στοιχεία από διαφορετικά μέρη του κόσμου και, πάνω σε αυτά, δημιουργούσα νέες διασκευές και νέες μουσικές προσεγγίσεις. Χρησιμοποιούσα τη λυρική μου φωνή, σε συνδυασμό με ορχήστρα και διαφορετικά μουσικά στοιχεία, και έτσι άρχισε να διαμορφώνεται μια νέα μουσική πορεία για μένα.

Ήταν μια εξέλιξη που πέρασε από την όπερα, στο Μπρόντγουεϊ και στη συνέχεια στις δικές μου παραγωγές και στις δικές μου μουσικές ιδέες.

Αυτό που κάνω σήμερα με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Παίρνω τα παραδοσιακά μουσικά θέματα της Ελλάδας και τα συνδέω με συμφωνική ορχήστρα και ηλεκτρονικούς ήχους. Παράλληλα, τα συνδέω με μουσικές και πολιτισμούς άλλων χωρών που έχουν αντίστοιχη σχέση με την παράδοση.

Η αρχή έγινε από την περιοχή της Ηπείρου, από όπου κατάγομαι. Η πεντατονική μουσική της Ηπείρου έχει, κατά τη δική μου προσέγγιση, πολύ έντονα κοινά στοιχεία με μουσικές παραδόσεις όπως αυτές της Κίνας και της Ινδίας, αλλά και με τη μπλουζ μουσική.

Το επόμενο βήμα είναι να συνδέσω τις διαφορετικές περιοχές και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ελληνικής μουσικής παράδοσης με τα Βαλκάνια, με την Τουρκία, με την Ανατολή, με τη Δύση και γενικότερα με κάθε πολιτισμό που μπορεί να έχει έναν κοινό μουσικό πυρήνα με την Ελλάδα.

Γι’ αυτό ονόμασα και αυτή την παραγωγή «Ελλάς για την Οικουμένη». Γιατί πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί μέσα στην οικουμένη και ότι ο πολιτισμός της έχει τη δυνατότητα να συνομιλεί με ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό που θέλω να κάνω από εδώ και πέρα είναι να αφήσω μια παρακαταθήκη. Να πάρω την παράδοση της ελληνικής μουσικής και να τη συνδέσω με τον υπόλοιπο κόσμο. Να αναδείξουμε ξανά αυτή την παράδοση, να λάμψει και να πάρει τη θέση που της αρμόζει στον παγκόσμιο πολιτισμό.

 Θέλω να μου πείτε πώς νιώσατε όταν βρεθήκατε στη Κίνα, ανάμεσα σε τόσο σημαντικούς καλλιτέχνες παγκόσμιους, να εκπροσωπείτε  να εκπροσωπείτε την Ελλάδα αρχικά και κατ’ επέκταση την Ευρώπη. Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτό το πραγματικά σημαντικό εγχείρημά σας.

Είναι πολύ σπουδαίο πρώτα απ’ όλα για μένα, γιατί συναισθησιακά, ας πούμε, αγαπώ πάρα πολύ την Ελλάδα. Δηλαδή είμαι πολύ ευτυχής που γεννήθηκα Έλληνας και Χριστιανός Ορθόδοξος και πιστεύω ότι όταν καλείσαι ως πρεσβευτής της χώρας σου και κατ’ επέκταση της Ευρώπης, μιας και είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να λειτουργείς για αυτό το σκοπό της χώρας σου και της Ευρώπης, έχεις μεγάλη ευθύνη στο να πρεσβεύεις με το σωστό τρόπο. Και νομίζω ότι έκανα το καλύτερο που μπορούσα, ώστε να ακουστεί η Ελλάδα με τον καλύτερο τρόπο, που το χρειάζεται άλλωστε. Και για την Ευρώπη βεβαίως, αλλά πιο πολύ με ενδιαφέρει για την Ελλάδα, η οποία είναι ο πυρήνας του κόσμου και θα πρέπει οτιδήποτε να αντιπροσωπεύει την Ελλάδα να ανταποκρίνεται σε αυτό που γνωρίζουν σε όλο τον κόσμο, που είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Αυτό λοιπόν εκεί πέρα νομίζω ότι το κατάφερα. Οι Κινέζοι το δεχθήκανε με πολύ αγάπη, γιατί αγαπούν και την Ελλάδα και τον πολιτισμό της Ελλάδος και εμένα με ενδιαφέρει ο πολιτισμός που ξέρουν η νεότερη βάση, με βάση τον πολιτισμό των παλαιών, να έχει την ίδια ανταπόκριση ή αν μπορούμε καλύτερο, που δεν μπορούμε, αλλά τουλάχιστον να κρατήσουμε ένα επίπεδο υψηλό, που είναι πολύ σπουδαίο για την Ελλάδα. Να ρωτήσω κάτι; Μιλήστε μας λίγο γι’ αυτή τη διοργάνωση και πώς επιλεχθήκατε εσείς; Είχε ξεκινήσει πριν την εποχή του κορονοϊού ένα γκαλά, ας το πούμε έτσι, στην Κίνα, που ονομαζόταν Asian Cultural Carnival. Ήταν, ας πούμε, μαζευτήκανε 47 χώρες και παρουσιάζανε τις κουλτούρες από όλες αυτές τις χώρες της Ασίας. Από την Ευρώπη επιλέξανε δύο καλλιτέχνες, τον Αντρέα Μποτσέλι και εμένα, που ήμασταν οι μόνοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αισθάνθηκα μεγάλη τιμή που με επέλεξε η οργανωτική επιτροπή της κυβέρνησης της Κίνας να εκπροσωπήσω την Ελλάδα, την Ευρώπη και τον Αντρέα Μποτσέλι μάλλον για όλη την Ευρώπη και τα λοιπά, όπως και εμένα. Αισθάνθηκα, ας πούμε, ιδιαίτερη περηφάνια ως Έλληνας, πρωτίστως, που ακούστηκε το όνομα της Ελλάδος μέσα σε μια τόσο μεγάλη διοργάνωση και σε όλο τον κόσμο και από την πλευρά μου και από το μετερίζι μου και από αυτό που μπορώ και προσφέρω, που είναι η μουσική και η φωνή μου, να ακούγεται η Ελλάδα παντού σε όλο τον κόσμο και να αισθάνονται κάτι πάρα πολύ σπουδαίο, τουλάχιστον στη μουσική.

Έχετε  καταφέρει με το δικό σας μοναδικό τρόπο και μέσα από τη φωνή σας να μεταφέρετε σε όλη την οικουμένη την Ελλάδα με εικόνα, σε μορφή βιντεοκλίπ, σε σημαντικά πολιτιστικά μνημεία, όπως είναι στο Σούνιο  ο ναός του Ποσειδώνα,  το Ζάππειο κ.α . Μιλήστε μας  για αυτό το σημαντικό εγχείρημά σας . Για τον τρόπο που συγκαιράζετε το χθες με το σήμερα.

Αυτές οι παραγωγές ήταν εξωτερικές παραγωγές, από το εξωτερικό δηλαδή, και θα μπορούσαν να γίνουν οπουδήποτε αλλού, αλλά η δική μου η σκέψη και η επιθυμία ήταν όλα να γίνονται στην Ελλάδα για να μπορούν μέσα από αυτό που κάνω να προβάλλουν και την Ελλάδα. Οπότε επιλέχθηκαν αυτά τα σημεία που γίναν τα βιντεοκλίπς για να μπορούν μαζί με εμένα να συνδέεται και η Ελλάδα.

 Έχετε γνωρίσει και συνεργαστεί με μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες σε παγκόσμιο επίπεδο. Έχετε συναναστραφεί σπουδαίους καλλιτέχνες και ανθρώπους που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στον κόσμο. Τι κρατάτε από τον καθένα; Και αν μπορούσατε να κρατήσετε ένα μόνο χαρακτηριστικό από έναν άνθρωπο, ποιο θα ήταν αυτό;

Δεν θα ήθελα να αναφέρω συγκεκριμένα ονόματα, γιατί είναι αρκετοί και δεν θα ήταν δίκαιο να ξεχωρίσω κάποιον. Αυτό όμως που έχω κρατήσει ως το σημαντικότερο από όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες και γενικότερα από τους σπουδαίους ανθρώπους που έχω γνωρίσει, είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό. Η  ταπεινότητα και η απλότητα. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που έχω πάρει από τη συναναστροφή μου με τόσο σημαντικούς ανθρώπους. Όσο μεγαλύτερος είναι κάποιος πραγματικά, τόσο περισσότερο μπορεί να καταλάβει την αξία της απλότητας και της ανθρώπινης επαφής.

Πως υποδέχονται όλοι αυτοί τον  Τσάρλι το συμπαθέστατο τετράποδο φίλο σας;

Ο  Τσάρλι είναι η μασκότ όλης αυτής της υπόθεσης ανοίγουν όλες οι πόρτες μόλις πατήσει το πόδι του κάπου. Από το Καπιτώλιο μέχρι οπουδήποτε αλλού.

Σχετικά με τα νέα σας σχέδια και πώς αυτά αποτυπώνονται, καθώς επίσης και για τη σχέση που, από όσο γνωρίζω, έχετε με πολιτικούς, με αρχηγούς χωρών και πώς τα αντιμετωπίζουν όλα αυτά. Τι συνεργασίες πρόκειται να κάνετε, ποιο είναι το μέλλον της μουσικής, το συγκερασμό στοιχείων των ελληνικών με των διεθνών. Μετά από την πρώτη συναυλία που έγινε στην Ελλάδα στο Μέγαρο Μουσικής ;

Τώρα πιά έχει πάρει  σάρκα και οστά, το «Ελλάς για την Οικουμένη»  για την … «Οικουμένη» ήταν αρχικώς και τώρα θα είναι «Ελλάς για την Οικουμένη», ώστε αναφορά θα είναι η βάση, η παράδοση της Ελλάδος και θα συνδεθεί με άλλες χώρες με την αντίστοιχη παράδοση που έχουν οι άλλες χώρες με την Ελλάδα. Οπότε θα πάρουμε όλα αυτά τα στοιχεία μαζί και με βάση τη συμφωνική ορχήστρα, ηλεκτρονικούς ήχους και τα παραδοσιακά όργανα από την κάθε περιοχή, να γίνει σύζευξη μεταξύ τους σε όλα αυτά τα στοιχεία και να δώσουν ένα αποτέλεσμα που θα έχει κοινή βάση και κοινό άκουσμα. Μια αφετηρία λοιπόν. Μια αφετηρία που δεν θα είναι μόνο αφετηρία, θα είναι και η βάση για κάτι που θα είναι ουσιαστικά πολιτιστική βάση της Ελλάδος και της παράδοσης και θα δώσει στην Ελλάδα μια ώθηση παραπάνω από αυτή που είχε μέχρι τώρα η παράδοση, ώστε να μπορούν να την ακούν και περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο και να είναι και ο πυρήνας για να μπορέσει να δημιουργήσει και συνθήκες πολιτιστικής διπλωματίας, να μπορεί να εξελίσσονται μέσα από αυτό και εθνικά θέματα και θέματα δημιουργίας, επιχειρηματικότητας επίσης και πρώτα απ’ όλα θεμάτων που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μέσα από αυτή τη βάση.

Οι αρχηγοί των χωρών, κρατών με τους οποίους, από όσο γνωρίζω, έχετε πολύ καλή σχέση και επικοινωνία. Πώς έχουν δεχθεί όλο αυτό το εγχείρημα δεχτεί; Τι σας έχουν πει;

Το θαυμάζουν, το αγκαλιάζουν, το αγαπούν και θέλουν πάρα πολύ, γιατί όταν μιλάμε για την Ελλάδα και όλοι αυτή τη στιγμή στο κόσμο λειτουργούν με βάση τον ελληνικό πολιτισμό, τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και το αρχαίο πνεύμα, πρέπει λοιπόν κι εμείς οι νεότεροι να κάνουμε  και εγώ τουλάχιστον  από το δικό μου μετερίζι  να κάνω αυτό που νιώθω, για να μπορέσει η Ελλάδα και πάλι να σταθεί και να είναι στο ύψος που της  πρέπει, με τις αρχές, με τη βάση της, με την αρχοντιά της, με τον πολιτισμό της, με τη λάμψη της. Με την κουλτούρα που μας έχουν παραδώσει και  κοιμόμαστε εμείς στις δάφνες, ενώ το φως του πολιτισμού το έχουμε δώσει σε άλλους. Οπότε πρέπει αυτό  να το βγάλουμε από εκεί που είναι και να το πάμε ψηλά για να λάμψει και πάλι.

Η συζήτηση με τον Ευάγγελο Γιαμούρη αφήνει τελικά μια αίσθηση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη μιας συνάντησης με έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη. Γιατί πίσω από τη διεθνή πορεία, τις μεγάλες σκηνές, τις συνεργασίες και τις διακρίσεις υπάρχει ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να μιλά για την Ελλάδα με συγκίνηση, περηφάνια και βαθιά πίστη στη δύναμη του πολιτισμού της.

Η δική του μουσική αναζήτηση δεν κοιτά μόνο προς το παρελθόν. Παίρνει την ελληνική παράδοση, τη συναντά με τη συμφωνική μουσική, τους σύγχρονους ήχους και τις παραδόσεις άλλων λαών και επιχειρεί να δημιουργήσει έναν νέο παγκόσμιο διάλογο. Μια μουσική γέφυρα που ξεκινά από την Ελλάδα και ανοίγεται στην οικουμένη.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της διαδρομής του. Στην πεποίθηση ότι η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να θυμάται το πολιτιστικό της μεγαλείο, αλλά να το ξανακάνει ζωντανό. Να το μετατρέψει σε δημιουργία, σε επικοινωνία, σε πολιτιστική διπλωματία και τελικά σε ένα νέο άνοιγμα προς τον κόσμο.

Ο Ευάγγελος Γιαμούρης θέλει να αφήσει τη δική του παρακαταθήκη. Και αν υπάρχει ένας ήχος που μπορεί να ταξιδέψει χωρίς σύνορα, αυτός είναι η μουσική. Από την Ελλάδα προς την οικουμένη.