Φίλιππος Παπαδημητρίου- Λεβεντογιάννης ενόψει της παρουσίασης του βιβλίου του “Έλεος! Όχι άλλη… Αγάπη!¨μιλάει στο “π”

Έλεος με την αγάπη, μια τρυφερή επανάσταση μέσα από το χιούμορ και τη μνήμη. Σε μια εποχή όπου η αγάπη συχνά φωνάζει πιο δυνατά από όσο αντέχεται και οι λέξεις χάνουν το βάρος τους μέσα στην επανάληψη, ο Φίλιππος Παπαδημητρίου -Λεβεντογιάννης επιστρέφει σε μια Ελλάδα πιο ανθρώπινη, πιο αληθινή, πιο κοντινή. Με όχημα το ευθυμογράφημα και με πυξίδα τη μνήμη, ξεδιπλώνει ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στο γέλιο και τη συγκίνηση, ανάμεσα στη νοσταλγία και την αυτογνωσία. Οι ήρωές του κουβαλούν τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης γενιάς, ενώ τα βιώματά τους συνομιλούν διακριτικά με το σήμερα. Μέσα από απλές εικόνες και καθημερινές στιγμές, αναδύεται μια βαθύτερη αναζήτηση, εκείνη του ανθρώπου που λείπει, εκείνου που περιμένουμε ακόμη να καθίσει στην απέναντι καρέκλα. Ένα βιβλίο που δεν αφηγείται μόνο το τότε, αλλά ψιθυρίζει και μια διαφορετική ματιά για το τώρα. Ενόψει της παρουσίασης του βιβλίου οτυ παραθέτει μία άκρως ουσιαστική συνέντευξη στο περιοδικό πατρινόραμα-hellenic και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου. 

Ο τίτλος του βιβλίου σας, «Έλεος! Όχι άλλη… Αγάπη!», ακούγεται σχεδόν προκλητικός. Είναι μια ειρωνική ματιά στον τρόπο που μιλάμε για την αγάπη σήμερα ή μια βαθύτερη κριτική στην ανθρώπινη ανάγκη για αυτή;

Είναι και τα δύο! Βεβαίως υπάρχει η ανθρώπινη ανάγκη να παίρνουμε και να προσφέρουμε αγάπη, αλλά αυτή ορισμένες φορές καταντάει βασανιστική! Το ομότιτλο ευθυμογράφημα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, αλλά ιδωμένη μέσα από ένα εντελώς σουρεαλιστικό και απροσδόκητο περιστατικό! Ωστόσο, πόσες φορές σήμερα δεν μιλάμε, πχ, για την αγάπη της ελληνίδας μητέρας κυρίως προς τον… κανακάρη της, που όχι σπάνια γίνεται ασφυκτική;

Στο οπισθόφυλλο αναφέρετε ότι οι ιστορίες κινούνται χρονικά από τη δεκαετία του ’60 έως τις αρχές του ’80. Τι σας ώθησε να επιστρέψετε σε αυτή την εποχή και τι πιστεύετε ότι έχει να πει στον σημερινό αναγνώστη;

Κοιτάξτε, τα κείμενα πρωτίστως απευθύνονται στη γενιά μου, που την ορίζω ανάμεσα στο 1950, όταν και το τελευταίο ντουφέκι του αδελφοκτόνου Εμφυλίου είχε πια σιγήσει, και στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά βιώματα των ανθρώπων που γεννήθηκαν μέσα σ’ αυτή την 25ετία κυρίως αναφέρομαι, μέσα από προσωπικές εμπειρίες, τις οποίες «καρφιτσώνω» στα μεγάλα πολιτικά, επιστημονικά, πολιτιστικά, αθλητικά κλπ γεγονότα αυτής της περιόδου. Και νομίζω πως δίνω έτσι στον σημερινό αναγνώστη την ευκαιρία να ξαναζήσει και να «ξαναδιαπραγματευτεί» τα βιώματα του «τότε».

Τα “ευθυμογραφήματα” είναι ένα λογοτεχνικό είδος που σήμερα συναντάμε σπανιότερα. Γιατί επιλέξατε αυτή τη μορφή αφήγησης και πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στο χιούμορ, τη σάτιρα και τη νοσταλγία;

Φοβάμαι ότι σήμερα δεν επικρατεί το αγνό χιούμορ αλλά η κακώς εννοούμενη σάτιρα, συχνά χυδαία. Άλλωστε, οι μεγάλοι ευθυμογράφοι, ο Δ. Ψαθάς, ο Κ. Πρετεντέρης, ο Φρέντυ Γερμανός, ο Ν. Τσιφόρος και άλλοι έχουν πλέον εκλείψει. Προσωπικά, έχω κυρίως επηρεαστεί από τον Μαρκ Τουέην, αλλά, όντως, η ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και τη νοσταλγία απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Όσον αφορά τη σάτιρα, νομίζω πως η πιο έντιμη μορφή της είναι η αυτο-σάτιρα και αυτήν προσπάθησα να υιοθετήσω στα 30 αυτά κείμενά μου.

Οι ιστορίες σας φαίνεται να αντλούν υλικό από καθημερινά περιστατικά και απλούς ανθρώπους. Πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα κείμενα και πού τελειώνει η πραγματικότητα και αρχίζει η λογοτεχνική επινόηση;

Τα κείμενα είναι αναπόφευκτα σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά. Δεν γινόταν αλλιώς, αφού αφορούν βαθιά μου βιώματα. Οι χαρακτήρες μου δεν είναι πάντοτε «απλοί», με την έννοια ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε συχνά πολυεπίπεδοι και διχασμένοι ως προσωπικότητες. Η λογοτεχνική επινόηση είναι απαραίτητη, κυρίως όταν υπάρχουν κενά στη μνήμη, οπότε καλείται αυτή ως… «στόχος» να τα καλύψει!

Στο βιβλίο διακρίνεται μια έντονη νοσταλγία για μια άλλη Ελλάδα. Είναι μια προσπάθεια καταγραφής μιας εποχής που χάνεται ή και ένας τρόπος να σχολιάσετε το σήμερα;

Ναι, είναι ακριβώς αυτό που επισημαίνετε! Υπήρξε κάποτε μία Ελλάδα, που, χωρίς να επιχειρώ να την εξιδανικεύσω (τουλάχιστον όχι συνειδητά), χαρακτηριζόταν από περισσότερη ανθρωπιά, εντιμότητα και οικειότητα. Μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας και επαφής με τον συνάνθρωπο. Εκείνη η Ελλάδα έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί και έτσι ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτή στον σημερινό αναγνώστη, αλλά και στους ανθρώπους της γενιάς μου, «κλείνοντάς τους το μάτι».

Το σκίτσο με την καρέκλα και το τραπέζι στο εξώφυλλο δημιουργεί μια αίσθηση απλότητας και αναμονής. Συμβολίζει κάτι συγκεκριμένο για εσάς μέσα στο βιβλίο;

Όπως το είπατε, απλότητα –ολοφάνερη στο σκίτσο!– και αναμονή. Τίνος; Του συνανθρώπου, του συνομιλητή, του φίλου, που δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Τη δική μου αναζήτηση του ανθρώπου αυτού αντανακλά η άδεια καρέκλα και το τραπέζι.

Αν ένας νέος αναγνώστης που δεν έζησε εκείνες τις δεκαετίες πάρει το βιβλίο σας στα χέρια του, ποιο είναι το βασικό συναίσθημα ή μήνυμα που θα θέλατε να πάρει κλείνοντάς το;

 Εξαιρετική η ερώτηση! Εκείνο στο οποίο θα ήθελα να οδηγήσω τον πιθανό νεαρό μου αναγνώστη είναι η «αντιπολιτευτική» προς τη σημερινή μας πραγματικότητα ματιά. Επιθυμώ να τον βοηθήσω να αντιληφθεί ότι υπήρξε μία άλλη, διαφορετική κοσμοαντίληψη, και μάλιστα στο ιστορικά πολύ πρόσφατο παρελθόν, και έτσι να αμφισβητήσει την παντοκρατορία της σημερινής θέασης της ζωής, των σχέσεων και των καταστάσεων, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης!

Κλείνοντας, θα ήθελα να συμπληρώσω ότι το βιβλίο παρουσιάζει μία πρωτοτυπία, όσο και ιδιαιτερότητα. Καταρχάς, τα τριάντα ευθυμογραφήματα καλύπτουν τη χρονική περίοδο ανάμεσα στις αρχές του 1963 και του 1983, δηλαδή μία 20ετία. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται κυρίως στην Αθήνα, αλλά και σε σημεία της ελληνικής περιφέρειας εκείνης της εποχής, μπορούν δε να διαβαστούν είτε με τη σειρά, δηλαδή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δίνοντας έτσι την εικόνα ενός χαλαρού μυθιστορήματος, είτε σε εντελώς τυχαία σειρά, ανάλογα με το ποιο κείμενο θα τραβήξει πρώτο την προσοχή του αναγνώστη!

Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου στις 19.00 2026 στη Διδάχειο Σάλα Πολιτισμού δεν παρουσιάζεται απλώς ένα βιβλίο, παρουσιάζεται ένα κομμάτι ζωής, υπό τον συντονισμό του τηλεοπτικού παραγωγού  Αχιλλέα Παπαδιονυσίου το έργο αυτό βρίσκει τη φωνή που του αξίζει και με τη συμβολή  των ομιλητών της δημοσιογράφου Μαρίας Ορφανού, του δημοσιογράφου Παναγιώτη Ρηγόπουλου και του χημικού εκπαιδευτικού Μάκη Κουλούρη.

Ο  ίδιος ο συγγραφέας με τη διαδρομή του από την Αθήνα μέχρι την Καλαμάτα και από τις αίθουσες διδασκαλίας έως τις σελίδες της λογοτεχνίας μας υπενθυμίζει πως η αφήγηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πράξη μνήμης και τελικά μια πράξη ζωής.

Ίσως λοιπόν τελικά να μην χρειαζόμαστε λιγότερη αγάπη, ίσως να χρειαζόμαστε περισσότερη αλήθεια μέσα σε αυτήν, και αυτό ακριβώς είναι που κάνει αυτό το βιβλίο να αξίζει να διαβαστεί.