Η Κατερίνα Τσιρίδου με φωνή που κουβαλάει την αλήθεια του ρεμπέτικου και μια πορεία τριών δεκαετιών, η καλλιτέχνιδα έχει χαράξει το δικό της μοναδικό αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι. Από τις πρώτες της εμπειρίες με μια κιθάρα στην αγκαλιά, μέχρι τις μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής, δεν έπαψε ποτέ να υπηρετεί με πάθος το ρεμπέτικο, το τραγούδι που ξεκίνησε από τα περιθώρια και σήμερα στέκεται ισότιμα δίπλα στις μεγαλύτερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου. Η ίδια πιστεύει ακράδαντα ότι το ρεμπέτικο δεν μπορεί να μουσειοποιηθεί, γιατί είναι ζωντανός οργανισμός, που αναπνέει μέσα από τις φωνές και τις καρδιές εκείνων που το αγαπούν. Με αφοσίωση στις ρίζες αλλά και διάθεση για πειραματισμό, με συνεργασίες που γεφυρώνουν διαφορετικές κουλτούρες και με έναν αδιάκοπο σεβασμό στη συλλογική του δύναμη, μιλά με ειλικρίνεια για την πορεία της, τις γυναίκες που τη σημάδεψαν, αλλά και τη βαθιά της σχέση με την Πάτρα, μια αληθινή ρεμπετομάνα.
Ακολουθεί μία άκρως ομολογητική συνέντευξη, που παραχώρησε η Κατερίνα Τσιρίδου στο “Πατρινόραμα”και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου.ενόψει της εκδήλωσης «Από την Ανδρομέδα στο Κολωνάκι», που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου στις 20:30 στο θερινό ανοιχτό θέατρο του Δήμου Πατρέων, 
Από το πιάνο και την κιθάρα στον μπαγλαμά και το ρεμπέτικο. Ποια ήταν η στιγμή που συνειδητοποιήσατε ότι το ρεμπέτικο θα είναι η «γλώσσα» σας στη μουσική;
Η επαφή μου με το Ρεμπετικο, έγινε κοντά στα 13 όπου έμπλεξα με μια παρέα γειτονόπουλα που κράταγαν όργανα. Εκεί ξεκίνησε και το ταξίδι μου κρατώντας την πρώτη μου κιθάρα. Αυτό το είδος με μάγεψε, από κει και πέρα ήταν μονόδρομος για εμένα.
Έχετε τραγουδήσει σε πολλά λαϊκά πάλκο, σε φεστιβάλ, σε διεθνείς σκηνές και σε τηλεοπτικά αφιερώματα. Πού νιώθετε περισσότερο «στο σπίτι σας»; Στο λαϊκό πάλκο ή στην παγκόσμια σκηνή;
Φέτος κλείνω 33 χρόνια παρουσίας στο χώρο. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι στο πάλκο νιώθω βασίλισσα και κατακτητής!
Συνεργαστήκατε με κορυφαία ονόματα του ρεμπέτικου, αλλά και με μπλουζίστες, ράπερς και διεθνείς μουσικούς. Τι κερδίζει το ρεμπέτικο όταν «συναντά» ξένες μουσικές κουλτούρες; Και τι κινδυνεύει να χάσει;
Η διάδραση με άλλα είδη ενέχει αισθητικούς κινδύνους μεν αλλά είναι και θελκτική και γεμάτη ενδιαφέρον! Νομίζω πως αν προσεγγίζεις κάθε είδος με σεβασμό δεν κινδυνεύεις να αποτύχεις. Το Ρεμπέτικο με τα μπλουζ, τη ραπ ή τα φάντο για παράδειγμα, έχουν κοινό υπόβαθρο, κοινή θεματολογία.
Το αφιέρωμά σας στον Παναγιώτη Τούντα δείχνει βαθιά αφοσίωση στις ρίζες του είδους. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη διατήρηση της παράδοσης και στην ανάγκη για καλλιτεχνική ανανέωση;
Αυτό το cd, «ΑΜΑΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ», είναι το καμάρι μου! Ο Παναγιώτης Τούντας είναι μεγάλος «μάστορας» του είδους. Η διατήρηση της παράδοσης είναι πολύ σπουδαία για μένα. Τα τραγούδια δεν έχουν την ανάγκη παρέμβασης ή βελτίωσης, όπως νομίζουν αρκετοί. Εγώ βάζω τη φωνή και την ψυχή μου, την αγάπη μου και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ να διατηρήσω τη βάση βάζοντας τη δική μου φρεσκάδα, το δικό μου αποτύπωμα!
Στο ντοκιμαντέρ για τη Ρόζα Εσκενάζυ συμμετείχατε όχι μόνο ως φωνή αλλά και ως φορέας μιας συνέχειας. Ποια γυναίκα του ρεμπέτικου σας έχει σημαδέψει περισσότερο και γιατί;
Συμμετέχω όπου μπορώ πρεσβεύοντας το Ρεμπέτικο! Αγαπώ τη Ρόζα, νταλκαδιάζω με τη Ρίτα Αμπατζή, με πιάνει νοσταλγία με τη Στέλλα Χασκίλ αλλά η αγαπημένη μου με διαφορά είναι η Μαρίκα Νίνου. Η καθαρότητα της φωνής της, η αμεσότητά της, το αλέγκρο του χαρακτήρα της που βγαίνει και στις ερμηνείες της, την κάνουν κατ’ εμέ ασυναγώνιστη.
Το ρεμπέτικο, που ξεκίνησε ως φωνή των «περιθωριοποιημένων», σήμερα έχει περάσει σε μεγάλες σκηνές και πανεπιστήμια. Πιστεύετε ότι διατηρεί τον κοινωνικό του χαρακτήρα ή έχει «εξημερωθεί»;
Το Ρεμπέτικο αρχίζει να βρίσκει τη θέση που του αξίζει, δηλαδή ως αστικό λαϊκό τραγούδι. Δεν νομίζω ότι εξημερώνεται. Γι’ αυτό και παραμένει διαχρονικό και επίκαιρο. Ακούγεται και πάλι στα λαϊκά μαγαζιά, όπως τότε, μαγαζιά που κάνουν το παν να διατηρήσουν την κουλτούρα μας. Το Ρεμπέτικο δεν εξημερώνεται!
Έχετε ζήσει την αποδοχή του ελληνικού κοινού αλλά και την έκπληξη του ξένου. Τι καταλαβαίνουν οι ξένοι ακούγοντας ρεμπέτικο; Τι δεν μπορούν με τίποτα να καταλάβουν;
Έχω ταξιδέψει πολύ ανά τα χρόνια στο εξωτερικό, και αυτό που έχω δει είναι πως το Ρεμπέτικο χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Η μουσική δημιουργεί μια μοναδική ατμόσφαιρα. Συνεπαίρνει το κοινό και το εντάσσει παρόλο που δεν καταλαβαίνουν το στίχο. Πολλές φορές στο τέλος των παραστάσεων μας πλησίαζαν και μας ρωτούσαν για τα τραγούδια, το νόημα των στίχων. Δεν αντιλαμβάνονται εύκολα τη συνολική μαγεία του δικού μας γλεντιού, του «έξω καρδιά». Ελάχιστοι λαοί στον πλανήτη γλεντούν όπως οι Έλληνες!

Ως μουσική παραγωγός στην ertopen αναδείξατε νέες φωνές και παλιούς θησαυρούς. Αν σας ζητούσαν να ξεχωρίσετε ένα τραγούδι που συμπυκνώνει όλο το πνεύμα του ρεμπέτικου, ποιο θα ήταν;
Αυτή η ερώτηση είναι πολύ δύσκολη… Ένα τραγούδι… Πολύ μεγάλη αδικία για τα υπόλοιπα. Θα διαλέξω το μοναδικό «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λουλούδια του κάμπου» του Μάρκου Βαμβακάρη που περιέχει τρυφερότητα, έρωτα, απόγνωση και λεβεντιά, όλα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το Ρεμπέτικο.
Ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα για μια γυναίκα που επιλέγει να υπηρετήσει το ρεμπέτικο σε έναν χώρο όπου κυριαρχούσαν παραδοσιακά οι άνδρες;
Μετά από 33 χρόνια ενεργής πορείας στο τραγούδι έχω συνεργαστεί με εκατοντάδες άντρες! Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να εδραιώσεις την αξία σου και να σε αποδεχτούν. Όταν συμβεί αυτό πορεύεσαι άνετα. Στο Ρεμπέτικο δεν μπορείς να καταξιωθείς με τα «κάλλη». Είμαστε καθιστοί όλοι σε ένα ημικύκλιο, όλοι ίσοι. Αυτή είναι και η φιλοσοφία του είδους. Ομάδα, παρέα. Οπότε πρέπει να αποδείξεις ποιος είσαι εκεί. Όπως λέω πάντα, το γκολ μπαίνει στο γήπεδο, όχι με τα λόγια!
Το ρεμπέτικο έχει περάσει στην UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Πιστεύετε ότι η θεσμική αυτή αναγνώριση βοηθά την τέχνη ή την «μουσειοποιεί»;
Το ρεμπέτικο δεν μουσειοποιείται! Είναι ζωντανός οργανισμός! Σίγουρα η ένταξη στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO θα ανοίξει δρόμους για τη διάσωση και τη διάδοση!
Μιλήστε μας για το συγγραφικό σας έργο τι αποτέλεσε πηγή έμπνευση για εσάς και σας ώθησε στην συγγραφή βιβλίου ;
Η συγγραφή, μου βγήκε πολύ φυσικά , σαν μια ανάγκη να αποτυπώσω τις σκέψεις μου. Το “επαγγελματίας χοντρή” είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τις εμπειρίες μου ως παχύσαρκη, χοντρή μητέρα, γυναίκα, τραγούδια. Είναι πιστεύω μια ανάγκη που είχα να ξορκίσω τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα άτομα με κάποιες ιδιαιτερότητες. Το βιβλίο για την Μαρίκα Νίνου έγινε μετά από πολύ κόπο και έρευνα για αυτή τη σπουδαία άριστα. Όταν έγινε η σκέψη να γίνει βιβλίο ανέλαβα με πολύ χαρά!
Έχετε ταξιδέψει το ρεμπέτικο από τις γειτονιές της Αθήνας μέχρι διεθνείς σκηνές σε Ευρώπη και Αμερική. Στην Πάτρα, με την παράσταση «Από την Ανδρομέδα στο Κολωνάκι», επιστρέφετε σε μια πόλη με ιδιαίτερη ιστορία στο είδος. Τι σημαίνει για εσάς αυτό το «ταξίδι επιστροφής» μέσα από τη μουσική;
Η Πάτρα έχει τη δική της σπουδαία ιστορία, ως Ρεμπετομάνα! Για μένα η κομβική συνεργασία στην καριέρα μου είναι αυτή με τον Μπάμπη Γκολέ. Ήμουν και είμαι φανατική θαυμάστρια του από νεαρή, πολύ πριν αρχίσω να τραγουδώ επαγγελματικά! Είχα τη μεγάλη τιμή να δουλέψω δίπλα του περισσότερο από όλες τις άλλες συνεργάτιδές του. Έχουμε μαζί δισκογραφία και είχαμε μια όμορφη φιλία! Δούλεψα επίσης και με τον Κώστα Τσιατά, στην Παλιά Μαρκίζα αρχές του 2000… Υπέροχος αυθεντικός και καλό παιδί! Από το νέο αίμα της Πάτρας ξεχωρίζει ο Σωτήρης Παπατραγιάννης, συνεργάτης χρόνων και κουμπάρος μου! Η συναυλία αυτή με όλους αυτούς τους υπέροχους συντελεστές θα επαναφέρει στο φως όλη αυτή την υπέροχη προσφορά της Πάτρας στο Ρεμπέτικο!
Στη σκηνή θα είστε μαζί με τον σύζυγό σας. Πώς είναι να μοιράζεστε την τέχνη και τη ζωή στο ίδιο πάλκο; Σας ενώνει πιο πολύ ή σας «δοκιμάζει» καλλιτεχνικά;
Είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που βρήκε το άλλο του μισό πάνω στον πλανήτη! Ο σύζυγός μου, ο Νίκος Πρωτόπαπας, είναι ένας από τους κορυφαίους λαϊκούς κιθαρίστες στην Ελλάδα. Η συνεργασία μας και η συμβίωσή μας εδώ και 25 χρόνια είναι αρμονική και συντροφική. Δεν είχαμε ζήλιες προσωπικές ή καλλιτεχνικές, αντιθέτως υποστηρίζουμε ο ένας τις προσπάθειες και τα «στοιχήματα» του άλλου. Νομίζω, είμαστε η εξαίρεση του κανόνα!


