Ο Νίκος Καραχάλιος στο “πατρινόραμα”:”Ο Καραμανλής πρωθυπουργός,σε κυβέρνηση εθνικού σκοπού”

Ο Νίκος Καραχάλιος, πρόεδρος του think tank Forum2020 και άνθρωπος με μακρά παρουσία στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας, μιλά στη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου και στο περιοδικό “πατρινόραμα-hellenic” σε μια συνέντευξη με πολιτικό και προσωπικό αποτύπωμα. Σύμβουλος στρατηγικής του Κώστα Καραμανλή από το 1997 έως το 2009 και στη συνέχεια των Αντώνη Σαμαρά και Βαγγέλη Μεϊμαράκη, γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού και Προγράμματος της ΝΔ και πρώην αντιπρόεδρος του Ολυμπιακού, ο Νίκος  Καραχάλιος γνωρίζει από πρώτο χέρι το εσωτερικό της παράταξης. Σήμερα μιλά για τον Καραμανλισμό, τη σημερινή Νέα Δημοκρατία, τη ρήξη του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον ρόλο Καραμανλή και Σαμαρά, την αντιπολίτευση, τους θεσμούς και τα ελληνοτουρκικά, καταθέτοντας τη δική του πολιτική ανάγνωση για όσα συμβαίνουν και όσα έρχονται.

Είστε καραμανλικός; Εκφράζει σήμερα η Νέα Δημοκρατία τις αρχές της καραμανλικής παράταξης;

Ήμουν, είμαι και θα είμαι καραμανλικός.

Και επειδή για τις νεότερες γενιές ίσως χρειάζεται να εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτό, για μένα ο Καραμανλισμός δεν είναι μια ιστορική αναφορά ούτε μια εσωκομματική τάση. Είναι ένα σύνολο αρχών που εφαρμόστηκαν στην πράξη.

Σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, εθνική υπερηφάνεια. Σημαίνει μια αναπτυξιακή οικονομική πολιτική, στην οποία όμως η ανάπτυξη αφορά τους πολλούς και όχι τους λίγους. Και σημαίνει κοινωνική ευαισθησία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Η ανάπτυξη δεν μπορεί να καταλήγει στα χέρια των λίγων — των funds, των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Όλοι πρέπει να έχουν το μερίδιο που τους αναλογεί από την πρόοδο μιας χώρας.

Αυτή τη Νέα Δημοκρατία υπηρέτησα και σε αυτή τη Νέα Δημοκρατία πιστεύω.

Η σημερινή Νέα Δημοκρατία, κατά τη γνώμη μου, δεν εκφράζει πλέον αυτές τις αρχές. Γι’ αυτό και χρησιμοποιώ συνειδητά τον όρο «Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη».

Τη σύγκρουσή μου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν χρειάζεται να την ξαναδιηγηθώ εδώ. Το χρονικό και, κυρίως, η αιτιολογία αυτής της σύγκρουσης έχουν καταγραφεί αναλυτικά στο βιβλίο μου «Εκείνος κι Εγώ», το οποίο είναι ανοικτά διαθέσιμο στο διαδίκτυο.

Στη συνέχεια τόσο ο Κώστας Καραμανλής όσο και ο Αντώνης Σαμαράς εξέφρασαν τις δικές τους σοβαρές πολιτικές διαφορές με τη σημερινή ηγεσία.

Και κατά τη δική μου ανάγνωση, πίσω από αυτές τις διαφορές βρίσκονται δύο λέξεις που αποτελούν την καρδιά της παράταξης που γνωρίσαμε: πατριωτισμός και κοινωνική δικαιοσύνη.

Καραμανλικοί και Σαμαρικοί συμπίπτουν σε αρκετές από τις κριτικές τους για τη φυσιογνωμία και τις επιλογές της ΝΔ. Πόσο δύσκολο είναι πλέον να γεφυρωθεί το χάσμα με τη σημερινή ηγεσία;

Πιστεύω ότι αυτό το χάσμα είναι πλέον αδύνατον να γεφυρωθεί.

Και έχει τρεις διαστάσεις.

Η πρώτη αφορά το πρόσωπο και την ηγεσία. Η σχέση του Αντώνη Σαμαρά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη οδηγήθηκε σε πλήρη ρήξη και τελικά στη διαγραφή του πρώην πρωθυπουργού. Με τον Κώστα Καραμανλή οι τόνοι μπορεί να είναι διαφορετικοί, αλλά η πολιτική απόσταση είναι πλέον εμφανής.

Η δεύτερη αφορά τα πρόσωπα που στελεχώνουν την κυβέρνηση και την ίδια την πολιτική φυσιογνωμία της.

Έχω χρησιμοποιήσει τον όρο «σημιτικός εισοδισμός» για να περιγράψω την παρουσία πολλών προσώπων που προέρχονται από τον εκσυγχρονιστικό χώρο του ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα υπάρχουν μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές: από αυτό που ονομάζω woke ατζέντα και τις επιλογές σε κοινωνικά ζητήματα μέχρι μια εξωτερική πολιτική που θεωρώ υπερβολικά υποχωρητική.

Και υπάρχει μια τρίτη, ακόμη σοβαρότερη διάσταση: το θεσμικό ζήτημα.

Πιστεύω ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον ένα μεγάλο θεσμικό έλλειμμα, το οποίο σε ακραίες περιπτώσεις αποκτά χαρακτηριστικά καθεστωτισμού. Οι υποκλοπές δεν αποτελούν κανονικότητα μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Σοβαρές υποθέσεις φτάνουν να απασχολούν ευρωπαϊκούς θεσμούς και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Και ταυτόχρονα υπάρχουν πολιτικές, όπως στον τομέα της ενέργειας, που θεωρώ σκανδαλώδεις ως προς τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειές τους.

Άρα δεν μιλάμε για μια απλή εσωκομματική διαφωνία.

Μιλάμε για τριπλή ρήξη: στα πρόσωπα, στην πολιτική και στους θεσμούς. Και όταν η ρήξη έχει φτάσει και στα τρία επίπεδα, δύσκολα υπάρχει δρόμος επιστροφής.

 

Η δημιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά μπορεί να αλλάξει ισορροπίες στη ΝΔ ή απλώς να αποτυπώσει μια ήδη υπάρχουσα ρήξη;

Το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά αλλάζει ήδη τις ισορροπίες — όχι μόνο μέσα στη Νέα Δημοκρατία, αλλά στο σύνολο του πολιτικού σκηνικού.

Για μένα, είτε κάνει είτε δεν κάνει τελικά κόμμα, ο Αντώνης Σαμαράς είναι game changer.

Το είδαμε ακόμη και στη ΔΕΘ. Μια σύντομη δημόσια παρέμβασή του ήταν αρκετή για να μετακινήσει την πολιτική συζήτηση.

Ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να απευθυνθεί σε ένα τεράστιο εκλογικό ακροατήριο που ψήφισε τη Νέα Δημοκρατία και στη συνέχεια της γύρισε την πλάτη. Μιλάμε για πάνω από ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί είναι αυτομάτως ψηφοφόροι Σαμαρά. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένας πολύ μεγάλος πολιτικός χώρος που αναζητεί έκφραση.

Και ο Σαμαράς έχει αποδείξει κάτι ακόμη: ότι μπορεί να λειτουργήσει και σε συνθήκες συνεργασιών. Κυβέρνησε σε ένα πολυκομματικό σχήμα, μαζί με το ΠΑΣΟΚ και αρχικά τη ΔΗΜΑΡ.

Γι’ αυτό η δική μου πολιτική εκτίμηση είναι ξεκάθαρη: μια πολιτική πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά δεν αλλάζει απλώς τις εσωτερικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας.

Τελειώνει την προοπτική μιας τρίτης θητείας του Κυριάκου Μητσοτάκη και ταυτόχρονα ανοίγει τον δρόμο για ένα διαφορετικό πολιτικό σκηνικό: περισσότερο συνθετικό, περισσότερο συνεργατικό και λιγότερο αυταρχικό.

Γι’ αυτό επαναλαμβάνω: είτε κάνει κόμμα είτε όχι, ο Αντώνης Σαμαράς είναι game changer.

Είχατε συγκρουστεί δημόσια με τη Μαρία Καρυστιανού. Με όσα έχουν μεσολαβήσει, νιώθετε δικαιωμένος;

Συγκρούομαι με όποιον θεωρώ ότι επιχειρεί να παραπλανήσει τον ελληνικό λαό.

Δεν είναι η πρώτη φορά.

Ήμουν από τους πρώτους που συγκρούστηκαν πολιτικά με τον Γιάνη Βαρουφάκη, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2015, όταν βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς του και πολλοί τον αντιμετώπιζαν περίπου σαν μάγο.

Ο Καραχάλιος όχι.

Στην περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού, μετά από περισσότερο από τρεις μήνες «συνεργασίας», κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν κατάλληλη για την πολιτική και, κυρίως, ότι δεν μπορούσε να εκπροσωπεί ένα τόσο ιερό κοινωνικό αίτημα όπως αυτό των Τεμπών και τον αγώνα των οικογενειών για Δικαιοσύνη.

Στη συνέχεια μέλη του ίδιου του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου ζήτησαν την παραίτησή της και τελικά παραιτήθηκε.

Νιώθω λοιπόν δικαιωμένος;

Πολιτικά, ναι. Ανθρώπινα, όχι.

Δεν μπορώ να αισθανθώ ικανοποίηση για τη δημόσια αποδόμηση ενός ανθρώπου που έχει βιώσει μια τέτοια προσωπική τραγωδία. Αυτό είναι άλλο πράγμα.

Πολιτικά όμως πιστεύω ότι όταν ένα πολιτικό προφίλ είναι fake, δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ. Κάποια στιγμή οι ίδιες οι δημόσιες δηλώσεις και οι επιλογές αποκαλύπτουν την πραγματικότητα.

Και όταν ακούω ότι «αν δεν μπούμε στη Βουλή, θα φύγω από την Ελλάδα», βλέπω μια αντίληψη της πολιτικής περιστασιακή και ατομοκεντρική.

Εγώ βρίσκομαι στη δημόσια ζωή από το 1996. Έχω κερδίσει, έχω χάσει, έχω συγκρουστεί. Όποιος πραγματικά νοιάζεται για τη χώρα μένει και συνεχίζει.

Η πολιτική είναι αγώνας διαρκείας, όχι συμβόλαιο προσωπικής επιτυχίας.

Και αν θέλετε να μιλήσουμε συνολικά για πολιτική δικαίωση, υπάρχει μια διαδρομή συγκρούσεων:

Βαρουφάκης, Κασσελάκης και, πάνω απ’ όλα, Μητσοτάκης.

Δεν περίμενα να γίνει εύκολη ή δημοφιλής η κριτική στον Μητσοτάκη για να μιλήσω. Μίλησα όταν η σύγκρουση είχε κόστος.

Μπορεί αυτό σε κάποιους να ακούγεται αλαζονικό. Το δέχομαι. Είναι όμως μέρος του πολιτικού μου χαρακτήρα:

προτιμώ να συγκρούομαι νωρίς και να κρίνομαι μετά, παρά να σιωπώ όταν όλοι χειροκροτούν και να εμφανίζομαι εκ των υστέρων δικαιωμένος.

Άρα, ξανά: πολιτικά ναι. Ανθρώπινα όχι.

Ποια είναι η άποψή σας για την αντιπολίτευση, έτσι όπως διαμορφώνεται κάτω από αυτές τις συνθήκες;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλλιέργησε για χρόνια το αφήγημα ότι «δεν υπάρχει αντίπαλος».

Τελικά δημιούργησε τον μεγαλύτερο αντίπαλό του: την κοινωνική αντιπολίτευση.

Μια αντιπολίτευση που δεν δημιουργήθηκε από πάνω προς τα κάτω, από τα κόμματα προς την κοινωνία, αλλά από κάτω προς τα πάνω.

Και αυτή η κοινωνική αντιπολίτευση, κατά τη γνώμη μου, ζητά δύο πράγματα:

Αναθέσμιση και ανακατανομή.

Αναθέσμιση, για να αποκαταστήσουμε τη Δικαιοσύνη στους θεσμούς, τη λειτουργία της Δημοκρατίας και την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Και ανακατανομή, για να αποκαταστήσουμε τη Δικαιοσύνη στην κοινωνία: ώστε ο πλούτος και η ανάπτυξη να φτάνουν στη μεσαία τάξη, στους εργαζόμενους, στους νέους και στους πιο αδύναμους.

Δικαιοσύνη στους θεσμούς και Δικαιοσύνη στην κοινωνία.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κατά τη γνώμη μου, αρχίζουν να ωριμάζουν πολιτικά και προγραμματικά.

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται περισσότερο προγραμματικός. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει πλέον περισσότερο δομημένες θέσεις και ένα οργανωμένο κόμμα. Ο Κυριάκος Βελόπουλος έχει μια σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία και ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση. Το ΚΚΕ παραμένει συνεπές στην εργατική και κοινωνική του αναφορά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποστεί μεγάλη δημοσκοπική φθορά, αλλά διαθέτει ακόμη πολιτικά στελέχη με ισχυρή παρουσία, όπως η Ρένα Δούρου, ο Παύλος Πολάκης και ο Νίκος Παππάς.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει κατορθώσει να ταυτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής της παρουσίας με τα ζητήματα Δικαιοσύνης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η Νίκη εκπροσωπεί ένα υπαρκτό, συντηρητικό και κοντά στην Εκκλησία κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.

Η Αφροδίτη Λατινοπούλου και η Φωνή Λογικής εκφράζουν πολύ σκληρές θέσεις στο μεταναστευτικό, με αρκετές από τις οποίες μπορεί κανείς να διαφωνεί. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί ότι θέτουν ένα υπαρκτό ζήτημα.

Το επόμενο βήμα είναι αυτά τα κόμματα να βρουν, όπου μπορούν, κοινό τόπο χωρίς να χάσουν την πολιτική τους αυτονομία.

Ιδιαίτερα στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς υπάρχουν περιθώρια προγραμματικής σύγκλισης.

Για μένα, πάνω στους δύο μεγάλους άξονες —αναθέσμιση και ανακατανομή— θα μπορούσε την επόμενη ημέρα να οικοδομηθεί ακόμη και μια κυβέρνηση εθνικού σκοπού.

Το στοίχημα είναι ένα:

η κοινωνική αντιπολίτευση να γίνει πολιτική πρόταση, ο κατακερματισμός να γίνει σύνθεση και η σύνθεση να αποκτήσει συγκεκριμένο εθνικό σκοπό.

Τι περισσότερο θα περιμένατε σήμερα από την αντιπολίτευση;

Είπαμε προηγουμένως ότι θεωρώ πως τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν ωριμάσει. Θα περίμενα τώρα να περάσουν σε ένα δεύτερο, πολύ πιο δυναμικό βήμα.

Θα ήθελα μια αντιπολίτευση πιο δυναμική, με μεγαλύτερη διάρκεια και, κυρίως, με μεγαλύτερη τεκμηρίωση.

Δεν αρκεί να πέφτει στην παγίδα της κυβέρνησης και απλώς να παρουσιάζει κάθε φορά μια εναλλακτική πρόταση. Πρέπει να αναδεικνύει συστηματικά τα μεγάλα προβλήματα — ξεκινώντας από τη διαφθορά και το θεσμικό έλλειμμα.

Δεν μπορεί σοβαρές υποθέσεις που αφορούν την Ελλάδα να τις αναδεικνύει πρώτα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η ελληνική αντιπολίτευση να ακολουθεί.

Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: η έλλειψη διάρκειας. Περνάμε από το ένα ζήτημα στο άλλο τόσο γρήγορα, ώστε τελικά τίποτε δεν εγγράφεται βαθιά στην κοινωνική συνείδηση.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ήττα: να θεωρήσει μια κοινωνία τη διαφθορά δεδομένη.

Εάν η αντιπολίτευση πιστεύει ότι έχει περιορισμένη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, τότε χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη επιμονή: στοιχεία, τεκμηρίωση, επανάληψη.

Θα είχε, για παράδειγμα, ενδιαφέρον μια σοβαρή πολιτική και δημοσιογραφική έρευνα για την εξέλιξη των περιουσιακών στοιχείων των κυβερνητικών βουλευτών στη διάρκεια αυτής της επταετίας. Η αύξηση μιας περιουσίας δεν αποτελεί από μόνη της σκάνδαλο. Αλλά η πολιτική οφείλει να εξετάζει και τις κοινωνικές αντιθέσεις.

Γιατί ξαναγυρίζουμε στην αναθέσμιση και την ανακατανομή. Στη θεσμική και στην κοινωνική δικαιοσύνη.

Και όταν κυβερνητικό στέλεχος μπορεί να λέει περίπου ότι όποιος δεν έχει χρήματα για βενζίνη μπορεί να πάρει τρόλεϊ, αυτό δείχνει και μια πολιτική αλαζονεία. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο το κέντρο της Αθήνας. Υπάρχουν νησιά, χωριά, άνθρωποι με αναπηρία, οικογένειες με παιδιά, περιοχές χωρίς επαρκή δημόσια συγκοινωνία.

Η αλαζονεία, όμως, δεν αρκεί να καταγγέλλεται. Πρέπει να τεκμηριώνεται.

Υπάρχουν επίσης σοβαρά ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί γύρω από επιχειρηματικές σχέσεις και δημόσιους οργανισμούς, όπως στην περίπτωση της ONEX και των ΕΛΤΑ. Δεν θα προκαταλάβω αν υπάρχει ή όχι σκάνδαλο.

Υπάρχουν ερωτήματα; Ερευνήστε τα. Υπάρχουν στοιχεία; Δημοσιοποιήστε τα. Υπάρχουν ευθύνες; Επιμείνετε μέχρι να δοθούν απαντήσεις.

Αυτό χρειάζεται:

όχι αντιπολίτευση της στιγμής, αλλά αντιπολίτευση τεκμηρίωσης και διάρκειας.

Τι απειλεί περισσότερο τη Νέα Δημοκρατία; Ο Σαμαράς από τα δεξιά ή η κοινωνική δυσαρέσκεια από το κέντρο;

Η Νέα Δημοκρατία απειλείται περισσότερο απ’ όλους από τη δική της αλαζονεία.

Και δεν το λέω μόνο εγώ. Το φαινόμενο έχει επισημανθεί δημόσια ακόμη και από τη Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία μίλησε για κυβερνητική αλαζονεία και για στελέχη που πρέπει να «ξεκαβαλικέψουν».

Ο Σαμαράς απειλεί την προοπτική μιας τρίτης θητείας Μητσοτάκη; Ασφαλώς.

Είτε δημιουργήσει κόμμα είτε όχι, έχουμε έναν πρώην πρωθυπουργό της ίδιας παράταξης, με δικό του πολιτικό βάρος, που βρίσκεται πλέον δημόσια απέναντι στον σημερινό πρωθυπουργό.

Από την άλλη υπάρχει ένα τεράστιο κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας. Πρόσφατες μετρήσεις έχουν καταγράψει περίπου δύο στους τρεις πολίτες να επιθυμούν αλλαγή κυβέρνησης και πολύ υψηλά ποσοστά έντονης δυσαρέσκειας.

Άρα η Νέα Δημοκρατία πιέζεται πλέον εκ των έσω και από όλες τις πλευρές.

Για να το πω και πιο λαϊκά: η Νέα Δημοκρατία μπάζει πλέον από παντού.

Αλλά έχω πει και κάτι ακόμη: ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη σημερινή Νέα Δημοκρατία είναι πλέον ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Ο Μητσοτάκης, από εκλογικό πλεονέκτημα για τη Νέα Δημοκρατία, έχει μετατραπεί, κατά τη γνώμη μου, σε πολιτικό βαρίδι.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ειρωνεία: ο Νεομητσοτακισμός —ο συνδυασμός, όπως τον ορίζω εγώ, του νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία με μια ακροκεντρώα woke ατζέντα στην πολιτική και την κοινωνία— μπορεί τελικά να συντρίψει πολιτικά τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ο Κώστας Καραμανλής μπορεί να παίξει έναν ενεργό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις ή ο κύκλος του έχει κλείσει;

Ο Κώστας Καραμανλής είναι, κατά τη γνώμη μου, η χρυσή εφεδρεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Και δεν το λέω μόνο ως παλιός συνεργάτης και διαχρονικός φίλος του.

Για ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών ο Κώστας Καραμανλής έχει συνδεθεί με μια περισσότερο υπερήφανη αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και με ένα στοιχείο προσωπικής ανιδιοτέλειας.

Υπάρχει όμως και κάτι που συχνά παραβλέπουμε. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστοι πολιτικοί στο υψηλότερο επίπεδο που να μπορούν να θεωρηθούν αυθεντικοί εκφραστές του σύγχρονου Καραμανλισμού.

Εκτός από τον ίδιο τον Κώστα Καραμανλή, θα ξεχώριζα τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Έναν πολιτικό με βαθιές ρίζες στην παράταξη, ο οποίος σήμερα συνεχίζει την πολιτική του διαδρομή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για μένα και ο Μεϊμαράκης αποτελεί μια δεύτερη χρυσή εφεδρεία του Καραμανλισμού.

Και κάτω από αυτό το επίπεδο, οι άνθρωποι που εξακολουθούν να υπερασπίζονται δημόσια και χωρίς εκπτώσεις αυτή την πολιτική παράδοση είναι πλέον πολύ λίγοι.

Γι’ αυτό ο Καραμανλισμός δεν είναι σήμερα απλώς μια αναφορά στο παρελθόν. Είναι και ένα ερώτημα πολιτικής συνέχειας: ποιοι εξακολουθούν πραγματικά να τον εκπροσωπούν, όταν τα φώτα σβήνουν και τελειώνουν οι επετειακές αναφορές;

Η αποστασιοποίηση του Κώστα Καραμανλή από την καθημερινή πολιτική διαχείριση, αντί να μειώνει το πολιτικό του κεφάλαιο, πιστεύω ότι το έχει ενισχύσει.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι ο κύκλος του όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποκτήσει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο.

Θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής σε μια κυβέρνηση εθνικού σκοπού με πολυκομματικά χαρακτηριστικά.

Και εδώ επιστρέφω σε μια έννοια που θεωρώ κεντρική για την επόμενη ημέρα της χώρας: την αναθέσμιση. Την ανάγκη να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στη Δικαιοσύνη και στη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Η αναθέσμιση θα μπορούσε να βρει στον Κώστα Καραμανλή έναν ισχυρό πολιτικό εκφραστή.

Στο τελευταίο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας αισθανθήκαμε ότι επιχειρήθηκε να υποβαθμιστεί πολιτικά μια ολόκληρη περίοδος της ιστορίας της παράταξης.

Εκεί, μαζί με παλαιά στελέχη και γραμματείς της παράταξης, κυκλοφορήσαμε ένα μικρό μπλε βιβλίο με τίτλο «Καραμανλισμός», με τις βασικές αρχές και αξίες του Καραμανλισμού όπως μπορούν να αποδοθούν σήμερα.

Και το βιβλιαράκι άρχισε να περνά από χέρι σε χέρι και από τσέπη σε τσέπη. Έγινε talk of the convention.

Για μένα αυτό είχε έναν πολύ συγκεκριμένο συμβολισμό:

Μπορεί κάποιος να επιχειρήσει να αφαιρέσει τον Καραμανλισμό από ένα βίντεο ή από το σκηνικό ενός συνεδρίου. Δεν μπορεί όμως να τον αφαιρέσει από την πολιτική μνήμη και την καρδιά ενός μεγάλου μέρους της Κεντροδεξιάς.

Γι’ αυτό επαναλαμβάνω: ο κύκλος του Κώστα Καραμανλή δεν έχει κλείσει. Η χρυσή εφεδρεία παραμένει εφεδρεία ακριβώς μέχρι τη στιγμή που η χώρα θα τη χρειαστεί.

Αν υπάρξει αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ, πρέπει να επιστρέψει η παράταξη στις καραμανλικές ρίζες και με ποιον τρόπο;

Θεωρώ αναπόφευκτη την αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία την επομένη των επόμενων εκλογών.

Το εκλογικό σοκ που, κατά την εκτίμησή μου, θα υποστεί η παράταξη —και κυρίως η Κοινοβουλευτική της Ομάδα— θα είναι τέτοιο ώστε να πυροδοτήσει εξελίξεις που σήμερα πολλοί μέσα στη Νέα Δημοκρατία αρνούνται ακόμη και να συζητήσουν.

Σήμερα ένα μέρος των στελεχών της ζει μέσα σε ένα ροζ, ουτοπικό συννεφάκι. Έναν κλειστό κόσμο στελεχών και λίγων ωφελημένων από το σύστημα Μητσοτάκη, που πιστεύουν ότι η σημερινή κατάσταση μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον.

Δεν μπορεί.

Και παρότι πιστεύω ότι ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να γαντζωθεί στην καρέκλα του, οι εξελίξεις μετά τις εκλογές θα έχουν, κατά τη γνώμη μου, χαρακτήρα πολιτικού τσουνάμι.

Η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει τότε να επιστρέψει στις καραμανλικές της ρίζες. Όχι ως νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν.

Επιστροφή στις ρίζες για να μπορέσει να ξαναπάει μπροστά.

Οι ρίζες αυτές είναι ο πατριωτισμός, η κοινωνική δικαιοσύνη, η φιλελεύθερη οικονομία με κοινωνικό πρόσημο, οι ισχυροί δημοκρατικοί θεσμοί και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός.

Ο δρόμος πρέπει να είναι θεσμικός και καταστατικός: εσωκομματικές διαδικασίες, εκλογή νέου αρχηγού και ανάδειξη μιας εντελώς νέας ηγετικής ομάδας.

Γιατί δεν αρκεί να αλλάξει ο αρχηγός. Πρέπει να αλλάξει η ηγεσία.

Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επανεκκίνηση εάν γύρω από ένα καινούργιο πρόσωπο παραμείνει το ίδιο σύστημα προσώπων, αντιλήψεων και πρακτικών που ταυτίστηκε με την επταετία Μητσοτάκη και με αυτό που ονόμασα Νεομητσοτακισμό.

Και υπάρχει ήδη ένας πρώτος οδικός χάρτης.

Το «Μπλε Βιβλίο – Καραμανλισμός», που κατατέθηκε έστω και άτυπα στο τελευταίο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, δεν είναι μια νοσταλγική αναφορά στο παρελθόν. Είναι μια πρόταση επιστροφής στον αυθεντικό Καραμανλισμό και ταυτόχρονα μετάβασης στο αύριο.

Ένας οδικός χάρτης που οδηγεί στους δύο άξονες που ήδη περιέγραψα: αναθέσμιση και αναδιανομή — θεσμική δικαιοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.

Η Νέα Δημοκρατία, λοιπόν, δεν χρειάζεται απλώς αλλαγή προσώπου. Χρειάζεται πολιτική και ηγετική επανίδρυση της παράταξης.

Και αυτή μπορεί να ξεκινήσει μόνο από το σημείο από το οποίο ξεκίνησε και η ίδια η Νέα Δημοκρατία: από τις αρχές του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Πιστεύετε ότι η Ελλάδα σήμερα ασκεί μια πραγματικά αποτρεπτική εξωτερική πολιτική ή ότι σε κρίσιμα ζητήματα κάνει υπερβολικές υποχωρήσεις;

Θα χρησιμοποιήσω πρώτα τα λόγια δύο πρώην πρωθυπουργών, του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά, οι οποίοι έχουν επανειλημμένα τοποθετηθεί για την εξωτερική πολιτική και το έκαναν από κοινού από έναν χώρο με ιδιαίτερο συμβολισμό: το Πολεμικό Μουσείο.

Ο Κώστας Καραμανλής προειδοποίησε για τον κίνδυνο μιας «μη αναστρέψιμης κατάστασης ομηρίας έναντι της Τουρκίας». Και ο Αντώνης Σαμαράς το είπε ακόμη πιο αιχμηρά: «Δεν είναι ήρεμα νερά, είναι τρικυμία εν κρανίω».

Για μένα η σημερινή εξωτερική πολιτική συμπυκνώνεται σε δύο εικόνες.

Από τη μία, η γνωστή εικόνα του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, να υποκλίνεται κατά την υποδοχή του Τούρκου Προέδρου.

Και από την άλλη, ένας Κυριάκος Μητσοτάκης που στο μεγάλο γεωπολιτικό κάδρο γίνεται από λιγότερο ορατός έως αόρατος.

Και αυτό συμβαίνει την ίδια στιγμή που εξαϋλώνεται πολιτικά ένα σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος στο οποίο είχε επενδύσει. Δείτε την πίεση που αντιμετωπίζει σήμερα ο Φρίντριχ Μερτς στη Γερμανία.

Στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είδαμε τον Ταγίπ Ερντογάν να διεκδικεί έναν ιδιαίτερα ενεργό διεθνή ρόλο.

Η Ελλάδα ήταν βεβαίως παρούσα. Αλλά το ερώτημα δεν είναι αν είσαι τυπικά παρών.

Είναι πόσο μετρά η παρουσία σου.

Κοιτάξτε και τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν βλέπω αντίστοιχου επιπέδου πολιτική επένδυση της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας στη σχέση της με τον Έλληνα πρωθυπουργό.

Και απέναντί μας έχουμε μια Τουρκία που, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα πραγματοποιεί ένα τεράστιο και πανάκριβο εξοπλιστικό πρόγραμμα, δεν εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της.

Άρα το ερώτημα είναι πολύ απλό:

Αποτροπή είναι να αγοράζεις όπλα ή αποτροπή είναι να κάνεις τον απέναντι να αλλάζει συμπεριφορά;

Για μένα πραγματική αποτροπή είναι το δεύτερο.

Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο ακριβά εξοπλίζεσαι. Κρίνεται από το πόσο σε υπολογίζουν.

Ποια είναι για εσάς η κόκκινη γραμμή στα εθνικά θέματα που δεν μπορεί να ξεπεραστεί από καμία ελληνική κυβέρνηση;

Η κόκκινη γραμμή είναι μία: δεν διαπραγματεύεσαι υπό απειλή.

Και θα πάω ένα βήμα παραπέρα.

Όσο η Τουρκία διατηρεί το casus belli, όσο προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», όσο θέτει ζητήματα γκρίζων ζωνών και αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, για μένα δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για να συζητήσουμε ούτε καν την οριοθέτηση.

Γιατί για να συζητήσεις τα μεγάλα, πρέπει πρώτα ο άλλος να αποδείξει ότι σέβεται τα μικρά.

Αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Εάν δεν μπορεί να εδραιωθεί εμπιστοσύνη ούτε στο χαμηλότερο επίπεδο, πώς θα περάσουμε στα μεγάλα και κρίσιμα;

Και υπάρχει ένα αποκαλυπτικό παράδειγμα: το Turkaegean.

Η ελληνική πλευρά αντέδρασε καθυστερημένα στην κατοχύρωσή του. Τελικά το ευρωπαϊκό εμπορικό σήμα ακυρώθηκε και τον Μάιο του 2026 απορρίφθηκε σε δεύτερο βαθμό και η τουρκική προσφυγή.

Κι όμως, η Τουρκία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον όρο στην τουριστική και επικοινωνιακή προβολή της.

Τυπικά μπορεί να συζητήσουμε επί ώρες τι ακριβώς επιτρέπει ή απαγορεύει μια απόφαση περί εμπορικού σήματος. Πολιτικά όμως, κατά τη δική μου ανάγνωση, το μήνυμα βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας:

η Τουρκία επιχειρεί επικοινωνιακά να μετατρέψει το Αιγαίο σε τουρκική λίμνη.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι μόνο ένας στρατιωτικός χάρτης. Είναι και branding. Είναι εικόνα. Είναι τουριστική καμπάνια. Είναι η σταδιακή εμπέδωση στο διεθνές κοινό μιας συγκεκριμένης αντίληψης για το Αιγαίο.

Και την ίδια στιγμή η ένταση δεν περιορίζεται στην επικοινωνία.

Τη βλέπουμε στον αέρα, μέσα από τις τουρκικές αμφισβητήσεις και παραβιάσεις που κατά περιόδους καταγράφονται στο Αιγαίο. Τη βλέπουμε στη θάλασσα, μέσα από αμφισβητήσεις θαλάσσιων ζωνών και κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Ένταση στον αέρα. Ένταση στη θάλασσα. Επικοινωνιακή διεκδίκηση ακόμη και του ίδιου του ονόματος του Αιγαίου.

Και έχουμε ήδη ζήσει και την κρίση του Έβρου το 2020, όταν χιλιάδες άνθρωποι κατευθύνθηκαν προς τα ελληνικά σύνορα μετά την απόφαση της Τουρκίας να μην εμποδίζει πλέον τη μετάβασή τους προς την Ευρώπη. Για μένα εκεί είδαμε πώς ακόμη και το μεταναστευτικό μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.

Άρα η ερώτηση είναι απλή:

Με ποια ακριβώς Τουρκία συζητάμε;

Με μια Τουρκία που θέλει πραγματικά σχέση καλής γειτονίας ή με μια Τουρκία που ασκεί πίεση επικοινωνιακά, διπλωματικά, στον αέρα, στη θάλασσα και, όταν της δόθηκε η ευκαιρία, ακόμη και στα χερσαία σύνορα;

Γι’ αυτό η θέση μου είναι ξεκάθαρη:

Πρώτα σταματά η απειλή. Μετά αποδεικνύεται ο σεβασμός. Μετά οικοδομείται η εμπιστοσύνη. Και μόνο τότε συζητάμε.

Γιατί όταν ο άλλος σε πιέζει και εσύ κάθεσαι στο τραπέζι σαν να μη συμβαίνει τίποτε, δεν οικοδομείς εμπιστοσύνη.

Του μαθαίνεις ότι η πίεση αποδίδει.

Τι σημαίνει για εσάς Ολυμπιακός;

Για μένα ο Ολυμπιακός είναι τρόπος ζωής.

Η εβδομάδα μου χτίζεται γύρω από τους αγώνες του. Πότε παίζει το μπάσκετ, πότε το ποδόσφαιρο, πότε το βόλεϊ, πότε το πόλο. Ακόμη κι αν βρίσκομαι στο εξωτερικό, στο πρόγραμμά μου πρέπει να υπάρχει η απαραίτητη διακοπή:

παίζει ο Ολυμπιακός.

Και στον Ολυμπιακό έμαθα από μικρός δύο πράγματα:

Να παίζεις σαν Ολυμπιακός. Να ζεις σαν Ολυμπιακός.

Ο Ολυμπιακός είναι οι εικόνες που σε σημαδεύουν και μένουν μαζί σου μια ολόκληρη ζωή.

Είναι η πρώτη φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου στο γήπεδο. Είναι εκείνο το 3-1 επί του ΠΑΟΚ στο Κύπελλο, στη Νέα Φιλαδέλφεια, με τον Τάκη Λεμονή να κάνει μια εκπληκτική εμφάνιση. Ένας αγώνας που δεν ξέχασα ποτέ.

Μεγάλωσα με τις ομάδες του Αναστόπουλου και του Μητρόπουλου και αργότερα είχα την τύχη να γίνω φίλος με ανθρώπους από τη μεγάλη ομάδα του Τζόλε, του Αμανατίδη και των άλλων παιδιών.

Κάποια στιγμή οι ποδοσφαιριστές που έβλεπες από την κερκίδα έγιναν άνθρωποι που γνώρισες από κοντά και με κάποιους μοιράστηκες τη ζωή σου.

Γιατί τελικά Ολυμπιακός είναι και οι φίλοι σου.

Δύο από τους καλύτερους δικούς μου ανθρώπους συνδέθηκαν βαθιά με αυτή την ομάδα.

Ο Αλέκος Ράντος, ένας άνθρωπος που για μένα ενσαρκώνει το τι σημαίνει να είσαι Ολυμπιακός.

Και ο Τάκης Γκόνιας, που έφυγε από κοντά μας αυτό το καλοκαίρι.

Δεν θα ξεχάσω τη Λιβαδειά. Εκεί, μαζί με παλιούς ποδοσφαιριστές, βρεθήκαμε για το τελευταίο αντίο στον Τάκη.

Γιατί μια ομάδα δεν είναι μόνο οι αγώνες που είδες μαζί με κάποιους ανθρώπους.

Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους μοιράστηκες ένα κομμάτι της ζωής σου.

Και μετά είναι οι στιγμές της μεγάλης χαράς.

Δεν θα ξεχάσω το βράδυ της κατάκτησης της τέταρτης ευρωπαϊκής κούπας μέσα στο ΟΑΚΑ, τους πανηγυρισμούς στο Δημαρχείο και τον Γιώργο Μπαρτζώκα, τον εμβληματικό μας κόουτς, να λέει με εκείνη τη βραχνιασμένη φωνή του:

«Παίρνω θέση στην κερκίδα».

Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πότε πήρα εγώ για πρώτη φορά θέση στην κερκίδα.

Παιδάκι ακόμη, πήγαινα στο γήπεδο με τον πατέρα μου και δύο φίλους του: τον κύριο Βαγγέλη Στεργίου, διευθυντή της ΙΟΝ, που έμενε λίγα μόλις μέτρα από το Καραϊσκάκη, και τον κύριο Αντώνη Παναγιωτόπουλο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Η ζωή τους όλη ήταν γύρω από το Καραϊσκάκη.

Κι εγώ, ένα παιδάκι ανάμεσα σε τρεις μεγάλους ανθρώπους, τους έβλεπα μόλις έμπαιναν στο γήπεδο να γίνονται και εκείνοι παιδιά.

Αυτή η εικόνα δεν ξεχνιέται.

Και ύστερα η ζωή έκανε τον δικό της κύκλο.

Από τη θέση στην κερκίδα, με έφερε κάποτε σε θέση στη διοίκηση του Ολυμπιακού — ως αντιπρόεδρο του Ερασιτέχνη, αλλά και με παρουσία στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ.

Έτσι γνώρισα ακόμη καλύτερα τους ανθρώπους που γράφουν τη σύγχρονη ιστορία του συλλόγου.

Στο μπάσκετ, τους αδελφούς Αγγελόπουλους, που έφεραν τη διάρκεια μαζί με την επιτυχία στο υψηλότερο επίπεδο επί σχεδόν μία δεκαπενταετία.

Και θα προσθέσω κάτι που για μένα ξεπερνά τον αθλητισμό.

Το μοντέλο διοίκησης που εφαρμόζουν οι αδελφοί Αγγελόπουλοι στον Ολυμπιακό μπορεί να αποτελέσει μοντέλο διοίκησης και για επιχειρήσεις, όχι μόνο για αθλητικούς οργανισμούς. Γιατί συνδυάζει αρχές και αξίες με διάρκεια και επιτυχίες, χωρίς να θυσιάζει το sportsmanship και την ευγενή άμιλλα.

Να κερδίζεις χωρίς να χάνεις τις αξίες σου. Αυτό, για μένα, είναι η δυσκολότερη μορφή επιτυχίας.

Χωρίς, βέβαια, να ξεχνάμε τους μεγάλους προέδρους του παρελθόντος: τον Νίκο Γουλανδρή, τον Σταύρο Νταϊφά και τον Σωκράτη Κόκκαλη.

Και στο ποδόσφαιρο, το ασίγαστο πάθος για τη νίκη του Βαγγέλη Μαρινάκη, που μας έφερε στην κορυφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου με την κατάκτηση του Conference League.

Και βέβαια τις διοικήσεις και τους ανθρώπους του Ερασιτέχνη, που κάνουν καθημερινά μια τεράστια δουλειά.

Ο Ολυμπιακός για μένα είναι κάποιες αρχές που μένουν ίδιες.

Το συναίσθημα. Η διάρκεια. Η αγωνιστικότητα. Η ομαδικότητα. Μεγάλη ομάδα, μεγάλη καρδιά. Και πάνω απ’ όλα, η άρνηση της ήττας.

Together we win. Refuse to lose.

Και για μένα refuse to lose δεν σημαίνει ότι δεν θα χάσεις ποτέ. Στον αθλητισμό θα χάσεις. Στη ζωή θα χάσεις.

Σημαίνει ότι αρνείσαι να μην τα δώσεις όλα για να μη χάσεις.

Αυτό προσπάθησα να υπηρετήσω και όταν βρέθηκα θεσμικά στον ΕΣΑΚΕ, στην Ελληνική Λίγκα, ως διευθυντής Επικοινωνίας και Εμπορικός Διευθυντής, σε μια εποχή πολύ μεγάλων συγκρούσεων μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού.

Εκεί έμαθα και κάτι ακόμη: ότι μπορείς να αγαπάς παθιασμένα τη δική σου ομάδα χωρίς να χάνεις τον σεβασμό σου για τον μεγάλο αντίπαλο.

Προσπάθησα, μέσα στις συνεχείς κρίσεις, να λειτουργώ συνθετικά, με σεβασμό απέναντι στον Παναθηναϊκό, αλλά και στις άλλες ιστορικές δυνάμεις του ελληνικού αθλητισμού — στον ΠΑΟΚ του Μπάνε Πρέλεβιτς, στον Άρη του Χάρη Παπαγεωργίου και στις υπόλοιπες ομάδες.

Γιατί μεγάλη ομάδα σημαίνει και μεγάλη καρδιά.

Και το μεγαλείο μιας μεγάλης ομάδας φαίνεται και από το πόσο σέβεται τους μεγάλους αντιπάλους της.

Τελικά, λοιπόν, τι είναι Ολυμπιακός;

Δεν είναι μόνο το λιμάνι. Είναι το λιμάνι της καρδιάς μας.

Και για μένα είναι κάτι ακόμη:

είναι η Ελλάδα της καρδιάς μας. Μια Ελλάδα με ερυθρόλευκη καρδιά, που χτυπά πιο δυνατά απ’ όλες τη στιγμή που ο διαιτητής σφυρίζει την έναρξη.

Του κάθε αγώνα. Της κάθε Κυριακής.

Με τον Νίκο Καραχάλιο η πολιτική συζήτηση κλείνει εκεί όπου αρχίζουν οι προσωπικές μνήμες. Ο Νίκος Καραχάλιος αφήνει για λίγο πίσω την κομματική αντιπαράθεση, τον Καραμανλισμό και τις πολιτικές συγκρούσεις και επιστρέφει στον Ολυμπιακό, στην κερκίδα όπου βρέθηκε παιδί με τον πατέρα του, στους ανθρώπους και στις στιγμές που σημάδεψαν τη διαδρομή του. Από τη στρατηγική της πολιτικής μέχρι το πάθος της εξέδρας, η αφήγησή του καταλήγει τελικά στις ίδιες λέξεις που διατρέχουν ολόκληρη τη συνέντευξη, αρχές, μνήμες και αξίες που, όπως λέει, δεν αλλάζουν.