Ο Παναγιώτης Φράγκος συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το περιοδικό Πατρινόραμα Hellenic, με αφορμή τη «Μελαία» ένα έργο που αναμετριέται με τη μνήμη, την απώλεια, το κοινωνικό τραύμα και τις σιωπές που εξακολουθούν να βαραίνουν τον άνθρωπο και την Ιστορία.
Με λόγο ελεύθερο, βαθιά προσωπικό και συχνά συγκλονιστικό, ο συγγραφέας μιλά για την παιδική αθωότητα, την ειλικρίνεια, τη λογοτεχνία ως βαθιά ανάσα, αλλά και για μια κοινωνία που εξακολουθεί να κρύβει τις πληγές της πίσω από την εικόνα και την υποκρισία.

Κύριε Φράγκο, μεγαλώσατε στην Καστέλλα του Πειραιά κρατώντας μέσα σας εικόνες και μνήμες μιας άλλης Ελλάδας. Πόσο βαθιά σας ακολουθεί ακόμη εκείνο το παιδί που κοιτούσε τους πανσέδες στο νηπιαγωγείο;
Το παιδί δεν με ακολουθεί. Παραμένει αναλλοίωτο στη θέση του, μέσα μου. Δεν έκαμα καμιά προσπάθεια να το αποβάλλω. Θα έχανα την αγνότητά του. Υπήρξε κόστος, μεγάλο. Μέγιστο η ευαισθησία..
Η λογική, από την επεξεργασία της Εμπειρίας, που γενναιόδωρα επιφέρουν οι πληγές, απαντά με τρυφερότητα στις απορίες του…..Ξέρετε αυτό είναι που το κάνει να στέκεται εκεί, συστατικό πλέον στοιχείο των αντοχών μου.
Έχοντας σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία, αισθανθήκατε ποτέ ότι η λογοτεχνία σάς επέτρεψε να πείτε αλήθειες που ούτε η πολιτική ούτε η δημοσιογραφία χωρούσαν;
Μάλιστα. Ακριβώς.
Πριν από τις σπουδές μου, η βιβλιοθήκη των γονιών μου— αιώνια η ευγνωμοσύνη μου — με όλους τους κλασσικούς, από Ελληνικής αρχαιότητας μέχρι σήμερα, καλλιέργησε μέσα μου σε όλες τις διαστάσεις της, την έννοια της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ..
Οι σπουδές μου με έφεραν στην αποκάλυψη ότι συνώνυμη αν όχι ταυτόσημη με την έννοια της Ελευθερίας Η ακόμη και σημαντικότερο συστατική προϋπόθεση της είναι η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ….. Στην προσέγγιση, στο άγγιγμα, στην ανάλυση κάθε γεγονότος και εν τέλει της Ιστορίας… Κάθε πορεία προς όποιο ορίζοντα απαιτεί ανιδιοτελή, ειλικρινή ερωτήματα….
Μετά τον «Στεναγμό του Ίκαρου» και τώρα τη «Μελαία», μοιάζει να επιστρέφετε ξανά και ξανά στους ανθρώπους που πληγώθηκαν από τη ζωή και την κοινωνία. Είναι τελικά η γραφή για εσάς μια μορφή προσωπικής λύτρωσης;
Λύτρωση; Δεν θα το έλεγα…. Βαθιά ανάσα, μάλιστα…. Η λύτρωση βρίσκεται όχι στο κοσμογονικό χάος του Ουρανού, αλλά στο βάθος της εσωτερικής μας κόλασης…..Αυτήν πρέπει να κατανοήσουμε, με μεγάλο μακροβούτι πρώτα ,για να ανιχνεύσουμε το τρόπο λύτρωσής μας. ΄Ένας από τους τρόπους είναι και θα είναι η Γραφή….Με ειλικρίνεια στην έκφραση του πάθους…
Στο βιβλίο σας ο πόνος μοιάζει να περνά από γενιά σε γενιά σαν άγραφος νόμος. Υπήρξε στιγμή κατά τη συγγραφή που αισθανθήκατε πως δεν αντέχατε άλλο να κουβαλάτε τη Μελαία μέσα σας;
Εξομολογήθηκα, το ευαίσθητο του χαρακτήρα μου.
Είμαι ελεύθερος και ειλικρινής… Ναι. γράφοντας τη << ΜΕΛΑΙΑ >> έκλαιγα… Έπρεπε να ελευθερωθεί, να συμμορφωθεί προς τον ανεμοδείκτη του μνήματός της… Να ελευθερωθώ κι εγώ από τον σεισμό που προξένησε στο λογισμό μου η στερνή , οριστική της απόφαση.<< Θα επιστρέψω στον Παράδεισό μου, κι ας τον θεωρούν οι άλλοι κόλαση>>.Μάλιστα, ο πόνος περνά από γενιά σε γενιά, τουλάχιστον για όσους δεν ζουν απλά και μόνο γιατί γεννήθηκαν.
Η μικρή ηρωίδα χάνει τη φωνή της μπροστά στο τραύμα. Πιστεύετε ότι η κοινωνία πολλές φορές «αρρωσταίνει» εκείνους που δεν μπορεί να καταλάβει;
Τους εκμηδενίζει, τους εξανδραποδίζει. Είναι τόσο βάναυσος νάρκισσος, η Κοινωνία…. Αποβάλλει στο <<πύρ το εξώτερο >> στα κάτεργα του πιο βάρβαρου μέσου που θα μπορούσε να διανοηθεί και δημιουργήσει προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία , που η ίδια εν πολλοίς έχει δημιουργήσει και αποδεχθεί. Ό,τι είναι αντίθετο στην αρχή της αυτή, χαρακτηρίζεται << ΜΙΑΣΜΑ>> και << ΑΣΘΕΝΗΣ >>. πατάσσεται ,αμείλικτα. Απομονώνεται στις Σπιναλόγγες ,στα ξερονήσια, στα άσυλα…..
Περιγράφετε μια Ελλάδα σκληρή, ασφυκτική, σχεδόν αδυσώπητη απέναντι στους αδύναμους. Θεωρείτε πως σήμερα έχουμε πραγματικά αλλάξει ή απλώς κρύβουμε καλύτερα τις ίδιες πληγές;
΄Ένας από τους τρόπους για να ¨<< διατηρηθεί >> η δομή της Κοινωνίας ,κατά το συμφέρον του εκάστοτε δυνάστη της, είναι και η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ. ΟΧΙ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΑΜΕ. ΄Εχουμε καταφύγει η και υποδουλωθεί, στην καλλιεργούμενη δύναμη της εικόνας.. Στην Προπαγάνδα του << φαίνεσθαι >>. Στην πολυτέλεια της Υποκρισίας…. Είμαστε απεχθείς στην γυμνότητά μας και επιζούμε ωσάν ενδεδυμένοι Σανέλ, Ντιόρ και Λοράν. Αείμνηστοι βέβαια, όπως και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια……..Που έχει καταντήσει Επιχείρηση Α.Ε. .
Η «Μελαία» βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Υπήρξε κάποια μαρτυρία ή εικόνα που σας στοίχειωσε τόσο, ώστε να νιώσετε υποχρεωμένος να τη μετατρέψετε σε λογοτεχνία;
Όλο το έργο, που μετέτρεψε ένα πραγματικό γεγονός σε λογοτεχνία — ευχαριστώ για την λέξη — βασίζεται στην εξιστόρησή του από τη Γιώτα, ανεψιά της Μελαίας ,στην οποία και αφιερώνεται το βιβλίο.
΄Ήταν ο τρόπος διήγησης, οι αλλαγές στην έκφραση του προσώπου, οι σιωπές στην εξιστόρηση, η περιπλάνηση του αδελφού… Τέλος η έκβαση της τραγωδίας των δύο ηρώων, που δίνεται μέσα από δραματικές συμπτώσεις με κορωνίδα την τελική οριστική απόφαση της Μελαίας, όπως δίνεται πιο πάνω.
Το πραγματικό γεγονός έδωσε την αφορμή να αποδοθεί το πρόσωπο της πρό 80 χρόνων Ελληνικής κοινωνίας, όπως διαμορφώθηκε απο τη Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, την δοτή εξουσία, με έμφαση στην έννοια ΧΡΕΟΣ που εκδηλώνεται στον χαρακτήρα του Ντινάκου, κυρίως.
Ο Παναγιώτης Φράγκος γεννήθηκε στην Καστέλα, στα τέλη του 1948. Στο νηπιαγωγείο του, τα παρτέρια ήταν γιομάτα ολάνθιστους πανσέδες — μια ταπεινή δοξολογία χρωμάτων. Ύστερα ήρθαν τα κοινά και τετριμμένα, ιδιαίτερα όταν χάθηκαν και από τη Ν. Σμύρνη τα οικόπεδα με τις μαργαρίτες.
Ακολούθησαν σπουδές, στρατός και εξωτερικό «ώχου αυτοί οι Άγγλοι». Ένας γάμος από έρωτα, δύο αγόρια, μια διαδρομή ως δημοσιοϋπαλληλάκος σε Υπουργείο με τ’ όνομα… Δούλεψε και, καταπώς λέγεται, σεβάστηκε τους φόρους σας.
Σήμερα, ένα όνειρο τρελό, από γεννησιμιού του, αλήθεψε από τους πιο τρελούς Μωβ Σκίουρους και γράφει μενεξελί το δείλι του. Έγραψε μια αληθινή Ιστορία. Μάλλον πονάει. Όπως η πατρίδα όλο τον εικοστό αιώνα κι ακόμα.
Η «Μελαία» δεν κλείνει όταν τελειώσει η τελευταία σελίδα. Παραμένει μέσα στον αναγνώστη ως ερώτημα, ως βάρος, ως μια σιωπή που ζητά δικαίωση. Μέσα από τη μαρτυρία και τη γραφή, ο πόνος αποκτά πρόσωπο, η μνήμη αποκτά φωνή και η λογοτεχνία μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.


