Ελένη Καρακούλη στο “π”: «Η μεγαλύτερη πανδημία της εποχής μας δεν είναι ένας ιός. Είναι η μοναξιά»

Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται ιστορίες και υπάρχουν βιβλία που μοιάζουν να κρατούν έναν καθρέφτη μπροστά στην κοινωνία, αναγκάζοντάς μας να κοιτάξουμε κατάματα όσα αποφεύγουμε. Το «Υπουργείο Μοναξιάς» της σκηνοθέτιδας και συγγραφέα Ελένης Καρακούλη ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα, η δημιουργός ανοίγει μια βαθιά και ουσιαστική συζήτηση για τη μοναξιά, την τεχνητή νοημοσύνη, το πένθος, την αγάπη και την ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί πραγματικά σε έναν κόσμο που υπόσχεται αδιάκοπη επικοινωνία, αλλά συχνά οδηγεί στη σιωπή. Σε μια συνέντευξη που ξεπερνά τα όρια της λογοτεχνίας και αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, η Ελένη Καρακούλη συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λάμπροπούλου για το περιοδικό “Πατρινόραμα – Hellenic”, φωτίζοντας τις πιο ευαίσθητες πλευρές της σύγχρονης πραγματικότητας.

Στο βιβλίο η μοναξιά αντιμετωπίζεται ως κρατική υπόθεση. Ποια στιγμή της πραγματικότητας σάς έκανε να σκεφτείτε ότι αυτή η ιδέα δεν είναι τελικά τόσο δυστοπική όσο φαίνεται;

Θεωρώ ότι η μοναξιά είναι η νόσος της εποχής μας και όλοι είναι ευάλωτοι, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Η ίδια η επικαιρότητα λειτούργησε ως ερέθισμα. Στο επίμετρο του βιβλίου αναφέρομαι σε κάποια μεμονωμένα περιστατικά που με προβλημάτισαν: Από αυτοκτονίες εφήβων, εθισμένων σε διάφορες εφαρμογές και βιντεοπαιχνίδια- όπως ο δεκαεξάχρονος που αυτοκτόνησε ακολουθώντας τις οδηγίες του chatGPT-μέχρι το όραμα του Μασκ για τη δημιουργία ενός ανθρωπόμορφου ρομπότ σχεδιασμένου για οικιακές εργασίες και για τη φροντίδα των ηλικιωμένων- αυτό το τελευταίο το διάβασα αφού παρέδωσα το βιβλίο και ήρθε ως επιβεβαίωση αυτού ακριβώς που λέτε, ότι δηλαδή όλα αυτά δεν είναι μια μακρινή δυστοπία ούτε σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά η πραγματικότητα που ζούμε.

Η “Ελπίδα”, μια τεχνητή νοημοσύνη που φέρει το πρόσωπο ενός αγαπημένου ανθρώπου, είναι παρηγοριά ή μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή άρνησης του πένθους; Εσείς πού στέκεστε;

 Στο βιβλίο γίνεται μεταξύ άλλων λόγος για την τεχνολογία πένθους. Σκόνταψα στην έρευνά μου πάνω σε αυτή την νέα τεχνολογία (υπηρεσίες για τη διατήρηση της ψηφιακής παρουσίας των ανθρώπων μετά τον θάνατό τους) και μου έκανε εντύπωση αυτή η δυνατότητα.  Νομίζω ότι έχουμε μια αμηχανία απέναντι στο πένθος, στην αρρώστια, στα γηρατιά, στον θάνατο. Στον ψηφιακό κόσμο που ζούμε, όλα αυτά ξορκίζονται και όλοι δείχνουν ευτυχισμένοι. Σαν να είναι κάτι κακό το πένθος και όχι ένα αναγκαίο στάδιο. Αυτό παρακάμπτει κατά τη γνώμη μου μια  φυσιολογική μετάβαση από τον θάνατο στον αποχωρισμό. Νομίζω ότι αυτή η τεχνολογία όπως και αρκετές άλλες, θέτουν βασικά ηθικά ερωτήματα. Κάποια από τα ζητήματα αυτά θίγονται στο μυθιστόρημα.

 Έχοντας μεγάλη πορεία στο θέατρο, τι ανακαλύψατε στη μυθιστορηματική γραφή που δεν μπορούσε να σας προσφέρει η σκηνή; Υπήρξε κάτι που σας εξέπληξε στη μετάβαση;

Το θέατρο είναι ομαδική υπόθεση. Όταν αναλαμβάνω να ανεβάσω στη σκηνή ένα έργο, προσπαθώ να αφουγκραστώ τον κόσμο του συγγραφέα και να του δώσω σάρκα και οστά. Γράφοντας το δικό μου μυθιστόρημα απολαμβάνω μια άλλη ελευθερία και σκοντάφτω σε άλλους περιορισμούς. Αυτό που διαπιστώνω βέβαια είναι ότι με απασχολούν και στις δύο περιπτώσεις σταθερά τα ίδια θέματα: Τι σημαίνει να αγαπάς; Τι σημαίνει να γερνάς; Και πώς γίνεται κανείς ευτυχισμένος;

Στο “Υπουργείο Μοναξιάς” η ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση γίνεται υπηρεσία που οργανώνεται και είναι αντικείμενο διαχείρισης.  Πιστεύετε ότι ήδη ζούμε τις πρώτες εκδοχές αυτής της πραγματικότητας μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες;

Οι πρώτες εκδοχές ανήκουν ήδη στο παρελθόν. Εδώ και πολλά χρόνια πράγματι αναθέσαμε στις ψηφιακές πλατφόρμες την σύνδεση με τους άλλους και μετράμε τους ακολούθους και τους διαδικτυακούς φίλους, παραμελώντας συχνά την ουσιαστική επικοινωνία με τους πραγματικούς μας φίλους. Διάβασα κάπου ότι έχουμε χιλιάδες φίλους αλλά ούτε έναν να ..ταίσει τη γάτα μας όταν απουσιάζουμε. Όλα αυτά στο μεταξύ έγιναν με την συγκατάθεσή μας, προκειμένου να εξασφαλίσουμε ελεύθερο χρόνο και μεγαλύτερη σύνδεση. Και ζούμε τελικά το παράδοξο να υπάρχουμε μέσα από τις ψηφιακές παλτφόρμες με ελάχιστο χρόνο και ελάχιστη διάθεση σύνδεσης.

Οι χαρακτήρες σας κινούνται συνεχώς ανάμεσα στην ανάγκη για αγάπη και στον φόβο της έκθεσης. Πιστεύετε ότι σήμερα φοβόμαστε περισσότερο να συνδεθούμε ή περισσότερο να μείνουμε μόνοι;

Ο φόβος της έκθεσης, δηλαδή της απόρριψης είναι σίγουρα πολύ ισχυρός. Πολλοί άνθρωποι μπαίνουν  σε σχέσεις και μένουν σε αυτές χωρίς να επικοινωνούν πραγματικά. Όσο για τη μοναξιά έχει σίγουρα αρνητικό πρόσημο. Όλοι θέλουν να ανήκουν κάπου.

Ένα από τα ερωτήματα του βιβλίου είναι τι σημαίνει αγαπώ κάποιον; Η ερωτική αγάπη, η αγάπη του πατέρα προς την κόρη του, η αγάπη της κόρης προς τον πατέρα της, η αγάπη του δημιουργού απέναντι στο δημιούργημά του και τέλος η αγάπη ενός ανθρωποειδούς που δεν γνώριζε τι σημαίνει αυτό.

Αν αύριο ιδρυόταν πραγματικά ένα “Υπουργείο Μοναξιάς”, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα θέλατε να αποφύγει, ώστε να μη μετατρέψει τη φροντίδα σε ακόμη μία γραφειοκρατική διαδικασία;

Το Υπουργείο Μοναξιάς δεν είναι δυστοπικό σενάριο. Υπήρξε επί κόβιντ στην Μεγάλη Βρετανία και στην Ιαπωνία για να αντιμετωπίσει τα κρούσματα αυτοκτονιών και κατάθλιψης. Μετά την κρίση της πανδημίας έπαυσε την λειτουργία του χωρίς ωστόσο να λύσει το πρόβλημα. Φαίνεται ότι το ζήτημα της μοναξιάς στις μέρες μας υπερβαίνει τα σύνορα και είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Αυτό θα πρέπει να μας προβληματίσει. Αν και εφόσον ληφθούν κρατικά μέτρα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζητούμενο είναι η ανθρώπινη επαφή, η ουσιαστική σύνδεση. Ας μην (ξε)χάσουμε την ανθρωπιά.

Αν ένας αναγνώστης έκλεινε το βιβλίο και μπορούσε να κρατήσει μόνο μία σκέψη ή ένα ερώτημα μαζί του, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

Η ανάγνωση είναι για μένα μια δημιουργική πράξη. Υπερασπίζομαι  επομένως το δικαίωμα του αναγνώστη να ερμηνεύσει το βιβλίο με βάση τις εμπειρίες του όπως το επιθυμεί, ανεξάρτητα από τις δικές μου προθέσεις. Γι αυτό και με ενδιαφέρουν ειλικρινά οι εντυπώσεις και τα σχόλια των αναγνωστών όταν μου λένε τι σκέφτηκαν διαβάζοντας το βιβλίο μου. Νομίζω ότι όπως και στο θέατρο έτσι και στη λογοτεχνία ανοίγεται ένας διάλογος ανάμεσα στον  σκηνοθέτη/συγγραφέα και στον θεατή/αναγνώστη. Και αυτός είναι ο δικός μου τρόπος σύνδεσης.

Η συζήτηση με την Ελένη Καρακούλη δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία απάντηση. Αντίθετα, συνεχίζει να αντηχεί μέσα στον αναγνώστη σαν ένας επίμονος εσωτερικός διάλογος. Σε μια εποχή όπου οι οθόνες πληθαίνουν, αλλά τα βλέμματα συναντιούνται όλο και πιο σπάνια, η δημιουργός υπενθυμίζει πως καμία τεχνολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη ζεστασιά μιας ανθρώπινης παρουσίας, τη δύναμη μιας αληθινής αγκαλιάς ή τη σιωπή που μοιράζονται δύο άνθρωποι χωρίς να χρειάζονται λέξεις. Το «Υπουργείο Μοναξιάς»  είναι ένα μυθιστόρημα, μια προειδοποίηση, αλλά και μια υπενθύμιση ότι όσο ο άνθρωπος επιμένει να αγαπά, να πονά και να αναζητά τον άλλον, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ίσως αυτή να είναι η πιο πολύτιμη μορφή αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που κινδυνεύει να ξεχάσει τι σημαίνει πραγματική ανθρώπινη σύνδεση.