Η ένταση στις σχέσεις με την Τουρκία είναι «συστατικό», κομμάτι της ιστορίας μας. Τη θεωρούμε ως «προαιώνιο εχθρό» και η ίδια φροντίζει να μας θυμίζει ότι δεν αποτελεί «κανονικό» γείτονα.
Τη θεωρούμε ως «προαιώνιο εχθρό» και η ίδια φροντίζει να μας θυμίζει ότι δεν αποτελεί «κανονικό» γείτονα. Χρησιμοποιεί απέναντί μας όλα τα μέσα για να επιβάλει τα συμφέροντά της: Εκτός από την εισβολή στην Κύπρο, αμφισβητεί τα δικαιώματα της Ελλάδας στις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, οριοθετεί τέτοιες ζώνες με άλλες χώρες ανεξάρτητα από τη λεγόμενη «διεθνή τάξη που στηρίζεται σε κανόνες» επικαλούμενη μια απροσδιόριστη «Γαλάζια Πατρίδα», υιοθετεί μια «πρωτότυπη» θεωρία που εξαρτά το εδαφικό καθεστώς (την κυριαρχία) των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από τον «αφοπλισμό» τους (άποψη που χρησιμοποιεί το γράμμα ορισμένων διεθνών συμφωνιών για να καταστήσει τα νησιά «ομήρους» της), παίζει με τις ζωές των «προσφύγων» για να αποσταθεροποιήσει την Ελλάδα και την Ευρώπη και αναλαμβάνει μονομερώς και απρόσκλητη της «κηδεμονία» επί Ελλήνων πολιτών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τους οποίους αποκαλεί συλλήβδην «Τούρκους».
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, απειλεί με πόλεμο, θα «έρθει νύχτα» και θα βομβαρδίσει την Αθήνα με πυραύλους που θα κατασκευάσει, «αν δεν κάτσουμε καλά». Γνωρίζουμε την Τουρκία, αλλά οι πρόσφατες εξελίξεις είναι πρωτοφανείς. Φαίνεται πως η διπλωματία έχει αγγίξει τα όριά της, με αποτέλεσμα την έξαρση των εξοπλισμών και την αποδοχή του «λόγου του πολέμου», ό,τι κι αν αυτό σημαίνει για τις κοινωνίες και τις οικονομίες μας. Πώς φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο;
Η Τουρκία ως μεγάλη και (πολιτικά, οικονομικά, δημογραφικά, στρατιωτικά,τεχνολογικά και πολιτισμικά) δυναμική χώρα διαθέτει στρατηγική για την πραγμάτωση του «εθνικού της συμφέροντος», το οποίο διατπώνει με σύνθετο και φιλόδοξο τρόπο. Αφού κατάφερε με «σιδερένιο χέρι» να επιτύχει την εσωτερική της σταθεροποίηση, να λύσει το Κουρδικό πρόβλημα και να αναπτύξει την οικονομία της, έχει εισέλθει στη φάση να επιδιώκει την «αναγνώρισή» της (με την εγελιανή έννοια) με την «έξοδό στη διεθνή αρένα», δηλαδή την είσοδό της σε νέες αγορές, την ανάδειξή της σε ενεργειακό κέντρο, την αποδοχή της ως «ζωτικού παράγοντα» για τη διεθνή ασφάλεια και ως ηγέτη ενός αναδυόμενου κόσμου, είτε αυτός είναι οι Μουσουλμάνοι της Μέσης Ανατολής, είτε οι «τουρκικές δημοκρατίες» του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.
Τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι πολιτικά (διάλογος και συνεργασία με τις μεγάλες δυνάμεις), οικονομικά (εξαγωγές και επενδύσεις σε τρίτες χώρες), στρατιωτικά (εξοπλιστικά προγράμματα και στρατιωτικές βάσεις) και πολιτισμικά (θρησκεία, παντουρανισμός). Δεν είναι παράδοξο να δεχτούμε ότι η Τουρκία επανοικοδομεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία με άλλα μέσα.
“Η Ελλάδα δεν έχει το «μέγεθος» για να προσφέρει εναλλακτική «ηγεμονία» έναντι της Τουρκίας, δεν διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική και διακατέχεται από το σύνδρομο της τουρκικής απειλής”
Το διεθνές περιβάλλον την ευνοεί. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται τις στρατηγικές ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Μετά μια δεκαετία ψευδαισθήσεων μοναδικής υπερδύναμης, την ήττα σε διάφορα μέτωπα και την οικονομική κρίση, οι ΗΠΑ επαναπροσδιορίζουν τις προτεραιότητες της εξωτερικής του πολιτικής, ετοιμάζονται να αποχωρήσουν από ορισμένες περιοχές και στρέφονται προς άλλες που αξιολογούν ως ζωτικές για τα συμφέροντά τους (Ασία). Παρά τις προσπάθειες της Γαλλίας, η Ευρώπη δεν έχει απογαλακτιστεί από τη στρατηγική εξάρτηση από τις ΗΠΑ λόγω της εγγενούς της αστάθειας και της τάσης να αναθέτει σε άλλους το «βάρος» της ασφάλειας.
Άλλες χώρες, όμως, αισθάνονται απελευθερωμένες από την επιρροή τους και στρατηγικά αναβαθμισμένες, με αποτέλεσμα να αναζητούν νέες, λιγότερο «απαιτητικές» συμμαχίες και συνεργασίες (πχ Κίνα). Οι αμερικανικές και δυτικές «κυρώσεις» έχουν αμφίδρομο αποτέλεσμα και δεν «πονούν» τόσο, όσο οι εμπνευστές τους επιδιώκουν. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να επιβάλουν τη βούλησή τους, όπως στο παρελθόν αφήνουν ένα «κενό» και «μεσαίες» δυνάμεις, όπως η Τουρκία, σπεύδουν να το καλύψουν.
Η Ελλάδα δεν έχει το «μέγεθος» για να προσφέρει εναλλακτική «ηγεμονία» έναντι της Τουρκίας, δεν διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική και διακατέχεται από το σύνδρομο της τουρκικής απειλής. Είναι βεβαίως μια δημοκρατική, σταθερή, δυτική χώρα (με πολλές εσωτερικές αντιφάσεις), αλλά δεν αποτελεί «υπόδειγμα» για τρίτους. Η οικονομία της αναπτύσσεται, αλλά όχι με τους ρυθμούς και στους τομείς όπου εξειδικεύεται η τουρκική (πχ πολεμική βιομηχανία), ενώ η δεκαετής οικονομική κρίση έχει επηρεάσει τις δομές. Τέλος, η εξωτερική της πολιτική επικεντρώνεται εμμονικά στην αποτροπή της Τουρκίας, χωρίς να προβάλει άλλες φιλοδοξίες.
Πέραν του δυτικού προσανατολισμού, οι ελληνικές πολιτικές και οικονομικές elites δεν έχουν αναπτύξει σχέδια για μια οικουμενική Ελλάδα, ούτε έχουν ετοιμάσει τους μηχανισμούς για τη συνεργασία με τον υπόλοιπο κόσμο – ό ελληνικός λόγος είναι πρωτίστως αντιτουρκικός λόγος. Θα φανεί, αν οι πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών (πχ διμερείς συμφωνίες στρα- τηγικού χαρακτήρα με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, τριμερή σχήματα συνεργασίας, συνεργασία με τον αραβικό κόσμο) θα ανοίξουν νέους δρόμους. Οι πρώτες εντυπώσεις είναι ότι δεν θα υπάρξει «νέο Ναβαρίνο»– ΗΠΑ και ΕΕ διατηρούν την ίδια «εξισορροπητική» γραμμή έναντι των τουρκικών προκλήσεων, παρά την αναμφισβήτητη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων από ορισμένους κύκλους του Κογκρέσου).
Η Τουρκία νομίζει, λοιπόν, ότι η Ελλάδα είναι «εύκολος» αντίπαλος (παρά το «αδυσώπητο κτύπημα» που θα λάβει, σύμφωνα με το στρατηγό Φλώρο, από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αν επιτεθεί): Η ελληνική στρατηγική κουλτούρα δεν ευνοεί τη συγκρουσιακή προσέγγιση – η Ελλάδα προτιμάει τις δαιδαλώδεις ατραπούς της διπλωματίας από τη σκληρή και άμεση γλώσσα του πολέμου. Δεν αναλαμβάνει, όμως, την πρωτοβουλία των κινήσεων, δεν διατυπώνει απαιτήσεις, προσδοκίες, διεκδικήσεις, ώστε να αναγκάσει την Τουρκία σε αναστοχασμό του πολεμικού της «παραληρήματος». Η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί στρατηγικό ανάχωμα, όταν έχεις να κάνεις με αναθεωρητική δύναμη. Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα: η αναθεώρηση-μεταρρύθμιση του status quo ούτε παράνομη είναι ούτε ανήθικη – αρκεί να γίνεται με ειρηνικά μέσα.
Δεν είναι μόνο το εσωτερικό ακροατήριο, στο οποίο απευθύνεται ο Τούρκος Πρωθυπουργός – οι περισσότεροι Τούρκοι δεν επιθυμούν σύγκρουση με την Ελλάδα. Η επιθετική ρητορική προσθέτει, ίσως, κάποια εκλογικά ποσοστά, αλλά δεν είναι αυτός ο πρωταρχικός στόχος. Ο κ. Ερντογάν «δοκιμάζει» το διεθνές ακροατήριο και την αντοχή των διεθνών θεσμών.
Σε κάθε απειλή η Ελλάδα θα κινητοποιήσει τους συμμάχους της και θα ζητήσει την τήρηση του Διεθνούς Δικαίου. Ποιος έχει τη διάθεση να σταματήσει τον καλπασμό της Τουρκίας; «Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν.
Η Τουρκία παραμένει πολύτιμη σύμμαχος και «εταίρος» για τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ακόμη κι αν ενοχλεί. Δεν πρέπει να «χαθεί», χρειάζεται η δυναμική της, είτε ως διαμεσολάβηση για τη μεταφορά σιτηρών από την Ουκρανία, είτε ως παροχή πολεμικού υλικού στο Κίεβο, είτε ως συμμετοχή στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Η έκκληση για αποφυγή προκλήσεων, λοιπόν, δεν στοχεύει την Τουρκία αλλά είναι απρόσωπη. Ουδείς λόγος για κυρώσεις – ουσιαστικά η Ελλάδα παραμένει μόνη.
“Ποιος έχει τη διάθεση να σταματήσει τον καλπασμό της Τουρκίας; «Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν». Η Τουρκία παραμένει πολύτιμη σύμμαχος και «εταίρος» για τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ακόμη κι αν ενοχλεί”
WHO IS WHO
Αλέξανδρος Κ. Κατράνης, Πληρεξούσιος Υπουργός Α’ επί τιμή, τ. Καθηγητής Ορθοδόξου Πανεπιστημίου Κινσάσα, τ. Επίκουρος Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου. Σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Μονάχου, από όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Υπηρέτησε σε υπεύθυνες θέσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών και σε Πρεσβείες και Προξενεία στην Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Έχει συγγράψει τέσσερεις μονογραφίες και πολλά άρθρα για θέματα Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομίας. Έχει διδάξει σε ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα της Ελλάδος και του εξωτερικού.
Δείτε το άρθρο στο τεύχος Απριλίου 2023 που κυκλοφορεί με διπλό εξώφυλλο σε όλη την Ελλάδα !




