Υπάρχουν ιστορίες που δεν αφηγούνται απλώς γεγονότα. Υπάρχουν παραστάσεις που δεν επιδιώκουν να εξηγήσουν, αλλά να αφυπνίσουν. Το «Λήθη VS Θύμηση», βασισμένο στον σκοτεινά ποιητικό κόσμο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, αποτελεί μια βιωματική θεατρική εμπειρία που κινείται στα όρια του συνειδητού και του ασυνείδητου, της μνήμης και της λήθης, του τραύματος και της λύτρωσης.
Η σκηνοθέτις, ηθοποιός και θεατροπαιδαγωγός Κατερίνα Χάσκα, με πολυετή πορεία στο ελληνικό και ισπανικό θέατρο, αξιοποιεί τις πρακτικές του Devised Theatre και της Performance για να δημιουργήσει ένα σκηνικό σύμπαν όπου οι λέξεις δεν είναι το μοναδικό μέσο έκφρασης. Το σώμα, ο ήχος, το νερό, το χώμα, οι εικόνες και οι σιωπές συνθέτουν ένα πολυδιάστατο τοπίο μνήμης, μέσα στο οποίο ο θεατής καλείται να αναμετρηθεί με τις δικές του θύμησες.
Όπως η ίδια αποκαλύπτει στη συνέντευξή της στην δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου για το “Πατρινόραμα-Hellenic”, η αφετηρία του έργου υπήρξε μια βαθιά προσωπική ανάγκη: η κατανόηση όσων κάποτε επιλέξαμε να ξεχάσουμε για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε. Μέσα από τον κόσμο του Πόε, η παράσταση μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε μια καθολική ανθρώπινη εμπειρία, φωτίζοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη μνήμη ως πράξη αντίστασης και στη λήθη ως μηχανισμό επιβίωσης.

Το έργο κινείται ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη. Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να συνομιλήσετε σκηνικά με αυτό το δίπολο μέσα από τον κόσμο του Πόε;
Η ανάγκη γεννήθηκε πολύ πριν ξεκινήσει η παράσταση. Ήταν μια προσωπική ανάγκη να κατανοήσω όσα κάποτε επέλεξα να ξεχάσω για να μπορέσω να συνεχίσω. Νομίζω ότι όλοι μας έχουμε μέσα μας περιοχές που τις σπρώχνουμε στη λήθη γιατί πονάνε. Ο Πόε με συγκίνησε γιατί οι ήρωές του βρίσκονται διαρκώς σε αυτό το μεταίχμιο: ανάμεσα σε αυτό που θυμούνται και σε αυτό που προσπαθούν να θάψουν.
Μέσα από τον κόσμο του βρήκα έναν τρόπο να μιλήσω όχι μόνο για το δικό μου βίωμα, αλλά και για κάτι βαθιά ανθρώπινο και συλλογικό. Για τη μνήμη ως πράξη αντίστασης και για τη λήθη ως μηχανισμό επιβίωσης.
Η παράσταση μοιάζει περισσότερο με βιωματική εμπειρία παρά με κλασική αφήγηση. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο: η ιστορία ή το συναίσθημα που αφήνει στον θεατή;
Με ενδιέφερε η εμπειρία.
Ζούμε σε μια εποχή που βομβαρδιζόμαστε από ιστορίες, πληροφορίες και ερμηνείες. Αυτό που μου λείπει συχνά είναι ο χώρος να αισθανθώ. Δεν ήθελα λοιπόν να αφηγηθώ μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ήθελα να δημιουργήσω έναν χώρο όπου ο θεατής θα μπορεί να συναντήσει κάτι δικό του.
Αν κάποιος φύγει από την παράσταση χωρίς να μπορεί να εξηγήσει ακριβώς τι είδε αλλά νιώθοντας ότι κάτι μέσα του μετακινήθηκε, τότε αισθάνομαι ότι έχουμε πετύχει τον στόχο μας.
Οι χαρακτήρες είναι άφυλοι και συμβολικοί. Πόσο δύσκολο ήταν να χτιστεί μια σκηνική ταυτότητα χωρίς ρεαλιστικά χαρακτηριστικά;
Ήταν ταυτόχρονα δύσκολο και απελευθερωτικό.
Όταν αφαιρείς από έναν χαρακτήρα το φύλο, την ηλικία, το κοινωνικό του πλαίσιο και τα βιογραφικά του στοιχεία, μένει η ουσία. Μένει το ανθρώπινο αποτύπωμα.
Οι τρεις φιγούρες της παράστασης δεν εκπροσωπούν συγκεκριμένα πρόσωπα. Είναι διαφορετικές όψεις της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας. Και αυτό απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια στη σωματικότητα, στον ρυθμό και στην ποιότητα παρουσίας των ηθοποιών.
Θέλαμε ο θεατής να μπορεί να δει τον εαυτό του μέσα σε αυτές και όχι έναν «άλλον».
Το χώμα, το νερό, τα ηχοτοπία και το video art λειτουργούν σαν ξεχωριστοί «ρόλοι» πάνω στη σκηνή. Από πού ξεκίνησε η εικαστική σύλληψη της παράστασης;
Ξεκίνησε από την ιδέα ότι η μνήμη δεν είναι μόνο λέξεις.
Η μνήμη είναι υλικό. Είναι σώμα. Είναι ήχος. Είναι εικόνα. Είναι μια αίσθηση που εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από μια μυρωδιά ή έναν παλμό.
Το χώμα συμβολίζει για μένα όσα θάβουμε αλλά και όσα γεννιούνται ξανά. Το νερό τη ρευστότητα της μνήμης. Το video art λειτουργεί σαν ένα δεύτερο ψυχικό τοπίο που συνομιλεί με όσα συμβαίνουν επί σκηνής. Και τα ηχοτοπία δημιουργούν έναν εσωτερικό ρυθμό, σαν έναν καρδιακό παλμό που διατρέχει όλη την παράσταση.
Δεν τα αντιμετωπίσαμε ως σκηνικά στοιχεία αλλά ως ισότιμους συνομιλητές των ηθοποιών.
Παρότι βασίζεται στον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, το έργο μοιάζει βαθιά σύγχρονο. Ποια στοιχεία θεωρείτε ότι συνδέουν σήμερα τον θεατή με το σύμπαν του Πόε;
Ο Πόε δεν έγραφε για τέρατα. Έγραφε για τους φόβους που κρύβουμε μέσα μας.
Η μοναξιά, η απώλεια, η ενοχή, η ανάγκη να ανήκουμε κάπου, ο φόβος της εγκατάλειψης, η αίσθηση ότι κουβαλάμε κάτι που δεν έχουμε συμφιλιωθεί μαζί του. Αυτά είναι απολύτως σύγχρονα ζητήματα.
Ίσως μάλιστα σήμερα να είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, γιατί ενώ επικοινωνούμε διαρκώς, συχνά δυσκολευόμαστε να συναντήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας.
Η παράσταση αγγίζει ζητήματα τραύματος, μοναξιάς και ψυχικής φθοράς. Πιστεύετε ότι το θέατρο σήμερα οφείλει να λειτουργεί και ως πεδίο κοινωνικού διαλόγου;
Νομίζω πως το θέατρο δεν οφείλει τίποτα. Η τέχνη δεν έχει υποχρεώσεις.
Μπορεί όμως να δημιουργήσει έναν χώρο συνάντησης. Έναν χώρο όπου μπορούμε να κοιτάξουμε μαζί πράγματα που συνήθως αποφεύγουμε.
Δεν με ενδιαφέρει το θέατρο ως διδαχή. Με ενδιαφέρει ως αφορμή διαλόγου. Αν ένας θεατής αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του μέσα σε αυτό που συμβαίνει επί σκηνής, τότε ήδη έχει ανοίξει μια συζήτηση. Και πολλές φορές αυτή η συζήτηση συνεχίζεται πολύ μετά το τέλος της παράστασης.
Αν θέλατε ο θεατής να φύγει κρατώντας μία μόνο εικόνα ή σκέψη από το «Λήθη Vs Θύμηση», ποια θα ήταν αυτή;
Θα ήθελα να φύγει με τη σκέψη ότι ίσως δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τόσο πολύ όσα κουβαλάμε μέσα μας.
Ότι το τραύμα δεν είναι μόνο κάτι που μας πληγώνει. Μπορεί να γίνει και κάτι που μας μεταμορφώνει.
Και πως ίσως η πραγματική ελευθερία δεν βρίσκεται στο να ξεχάσουμε, αλλά στο να μπορέσουμε κάποια στιγμή να θυμηθούμε χωρίς να πονάμε.
Γιατί τελικά η λήθη μπορεί να είναι μια άμυνα. Η θύμηση όμως μπορεί να γίνει μια μορφή λύτρωσης.

Το «Λήθη VS Θύμηση» δεν αφηγείται μια ιστορία με συμβατική αρχή και τέλος. Δημιουργεί έναν τόπο συνάντησης. Έναν ενδιάμεσο χώρο όπου οι μνήμες αναδύονται σαν θραύσματα εικόνων, ήχων και αισθήσεων.
Τρεις άφυλες, συμβολικές φιγούρες περιπλανώνται σε ένα ψυχικό τοπίο όπου το παρελθόν επιμένει να επιστρέφει. Το χώμα φυλάσσει όσα θάφτηκαν. Το νερό μεταμορφώνει όσα επιβιώνουν. Τα ηχοτοπία και το video art λειτουργούν ως αόρατοι συνοδοιπόροι σε μια διαδρομή αυτογνωσίας και εσωτερικής αναμέτρησης.
Ο κόσμος του Πόε γίνεται το όχημα για να εξερευνηθούν βαθιά σύγχρονα ζητήματα: η μοναξιά, η απώλεια, η ενοχή, η ψυχική φθορά, η ανάγκη να ανήκουμε κάπου και η διαρκής αναζήτηση συμφιλίωσης με τον εαυτό μας.
Πρόκειται για μια παράσταση που δεν ζητά από τον θεατή να κατανοήσει τα πάντα. Του ζητά να αισθανθεί.
Ίσως τελικά η μνήμη να μην είναι το αντίθετο της λήθης. Ίσως οι δύο αυτές δυνάμεις να συνυπάρχουν μέσα μας, πλάθοντας την ανθρώπινη ταυτότητα. Κάποιες αναμνήσεις θάβονται για να μας προστατεύσουν. Κάποιες επιστρέφουν για να μας θεραπεύσουν.
Το «Λήθη VS Θύμηση» δεν προσφέρει απαντήσεις. Ανοίγει ένα παράθυρο προς εκείνα τα εσωτερικά τοπία που συνήθως αποφεύγουμε να επισκεφθούμε. Εκεί όπου οι φόβοι, οι απώλειες και οι πληγές μπορούν να μεταμορφωθούν σε γνώση, αποδοχή και ελευθερία.
Και αν ο θεατής φύγει από την αίθουσα κρατώντας μία μόνο σκέψη, ίσως να είναι αυτή που η ίδια η Κατερίνα Χάσκα διατυπώνει με συγκινητική απλότητα:
Η πραγματική ελευθερία δεν βρίσκεται στο να ξεχάσουμε. Βρίσκεται στο να μπορέσουμε κάποτε να θυμηθούμε χωρίς να πονάμε.
Γιατί η λήθη μπορεί να είναι άμυνα. Η θύμηση, όμως, μπορεί να γίνει λύτρωση.


