Οι ιστορίες μέσα στο έργο λειτουργούν σαν «παραμύθια για ενήλικες». Πώς πιστεύετε ότι επηρεάζουν τον θεατή αυτές οι σκληρές αφηγήσεις;
Σε τραβάνε μέσα με τη μορφή παραμυθιού και πριν το καταλάβεις, σε φέρνουν ντιμέτωπο με πράγματα που συνήθως αποφεύγεις. Σοκάρουν, αλλά όχι για το σοκ. Σε αναγκάζουν να σκεφτείς τι είναι βία, τι είναι ευθύνη, πού τελειώνει η φαντασία και πού αρχίζει η πραγματικότητα. Και τελικά, σου μένουν. Δεν φεύγεις «άνετος» από την παράσταση ,φεύγεις λίγο πιο ξύπνιος.
Εσείς έχετε ταυτιστεί συχνά με ρόλους που έχουν έντονο κωμικό στοιχείο. Πώς ήταν η εμπειρία να κινηθείτε σε ένα τόσο σκοτεινό και ψυχολογικό έργο;
Ήταν σαν να αλλάζεις διαδρομή χωρίς να αλλάζεις όχημα. Τα εργαλεία είναι τα ίδια , απλώς τα χρησιμοποιείς αλλιώς. Η αλήθεια είναι ότι το σκοτάδι έχει κι αυτό ρυθμό, όπως και η κωμωδία. Απλώς εδώ δεν «εκτονώνεσαι», κρατάς την ένταση μέσα σου. Και τελικά, μου έκανε καλό. Σε ξεβολεύει, αλλά σε πάει ένα βήμα παρακάτω σαν ηθοποιό.

Πώς διαμορφώθηκε η χημεία ανάμεσα στους ηθοποιούς της παράστασης;
Με δουλειά και εμπιστοσύνη. Χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Νίκο Πουρσανιδη που ήταν τόσο υπομονετικός και γενναιόδωρος μαζί μου. Ανοίχτηκε ο καθένας, ακούσαμε πραγματικά ο ένας τον άλλον και σιγά-σιγά “κούμπωσε” η ομάδα. Δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Και τελικά, αυτή η χημεία είναι που κρατάει την ένταση ζωντανή κάθε βράδυ.
Το έργο θέτει το ερώτημα αν η τέχνη μπορεί να επηρεάσει ή ακόμη και να προκαλέσει την πραγματικότητα. Ποια είναι η δική σας άποψη πάνω σε αυτό το δίλημμα;
Η τέχνη από μόνη της δεν σε κάνει να πατήσεις το κουμπί , μακάρι να ήταν τόσο απλό. Αλλά μπορεί να ανοίξει πόρτες, να ταράξει, να σε φέρει πιο κοντά σε κάτι που ήδη υπάρχει μέσα σου. Άρα, ναι, επηρεάζει. Όχι όμως σαν εντολή, σαν καθρέφτης. Και τελικά, η ευθύνη μένει στον άνθρωπο. Η τέχνη δείχνει… δεν διατάζει.
Αν έπρεπε να περιγράψετε με τρεις λέξεις την εμπειρία του θεατή που θα δει την παράσταση, ποιες θα ήταν αυτές;
Σκοτεινή, ανατρεπτική και καθηλωτική.




