Σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο πολιτικά και οικονομικά περιβάλλον πραγματοποιήθηκε η ειδική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πατρέων για τον προϋπολογισμό του 2026, με την εισήγηση του Αντιδημάρχου Διοίκησης και Δημοτικής Κατάστασης, Οικονομικών, Διαχείρισης Προσόδων, Τοπικής Οικονομίας, Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π), Νομικής Υπηρεσίας και Εσωτερικού Ελέγχου, Αναπληρωτή Δημάρχου Διονύση Πλέσσα να δίνει το στίγμα μιας διοίκησης που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς και στις πιεστικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.
Ο προϋπολογισμός, όπως υπογράμμισε από την αρχή της τοποθέτησής του, δεν αποτελεί μια απλή οικονομική αποτύπωση εσόδων και δαπανών, αλλά ένα βαθιά πολιτικό εργαλείο που αποτυπώνει τις προτεραιότητες, τις δυνατότητες αλλά και τα όρια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μέσα στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που, όπως τόνισε, δεν καθορίζεται από τις ανάγκες των πολιτών αλλά από τις κατευθύνσεις του κεντρικού κράτους και των δημοσιονομικών πολιτικών που επιβάλλονται διαχρονικά.
Η αναφορά του στο Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ δεν ήταν τυπική, αλλά ουσιαστική, καθώς ανέδειξε τον αυστηρό έλεγχο που ασκείται στους Δήμους, περιορίζοντας σημαντικά την αυτονομία τους. Ο προϋπολογισμός του Δήμου Πατρέων εγκρίθηκε μέσα από αυτή τη διαδικασία, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι επιλογές της Δημοτικής Αρχής κινούνται μέσα σε στενά περιθώρια, τα οποία δεν επιτρέπουν ευελιξία ούτε άμεση ανταπόκριση σε πολλές από τις ανάγκες της πόλης.
Κεντρικό σημείο της εισήγησης αποτέλεσε η χρόνια υποχρηματοδότηση των Δήμων, ένα ζήτημα που, όπως ανέφερε, δεν είναι συγκυριακό αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών όλων των κυβερνήσεων. Τα στοιχεία που παρουσίασε είναι αποκαλυπτικά, καθώς από τα συνολικά ποσά που θα έπρεπε να αποδίδονται στους Δήμους, τελικά φτάνει σε αυτούς μόνο ένα μικρό μέρος. Για τον Δήμο Πατρέων, η ετήσια απώλεια αγγίζει τα 65 με 67 εκατομμύρια ευρώ, ένα ποσό που, όπως είναι εύκολα κατανοητό, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την εικόνα της πόλης σε επίπεδο υποδομών, υπηρεσιών και κοινωνικής πολιτικής.
Η τοποθέτηση αυτή συνδέθηκε άμεσα με την έντονη κριτική στην πολιτική της ανταποδοτικότητας, η οποία, όπως σημείωσε, μετατρέπει βασικές κοινωνικές ανάγκες σε υπηρεσίες που πληρώνονται από τους πολίτες. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων στους Δήμους χωρίς τους αντίστοιχους πόρους οδηγεί, σύμφωνα με την ανάλυσή του, σε αύξηση των τοπικών επιβαρύνσεων και σε σταδιακή υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Η εικόνα που περιέγραψε για τη λειτουργία των Δήμων είναι αυτή μιας διαρκούς πίεσης, όπου οι ανάγκες αυξάνονται αλλά οι δυνατότητες περιορίζονται. Οι πόλεις, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ασφυκτιούν, ενώ την ίδια στιγμή η κεντρική πολιτική εστιάζει στην ενίσχυση της κερδοφορίας μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Δήμοι καλούνται να λειτουργήσουν σχεδόν ως διαχειριστές ελλείψεων, προσπαθώντας να καλύψουν βασικές ανάγκες με ανεπαρκείς πόρους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο ενεργειακό κόστος, το οποίο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες επιβάρυνσης των δημοτικών οικονομικών. Η συνεχής αύξηση των τιμών της ενέργειας έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των δαπανών, επηρεάζοντας άμεσα τη λειτουργία υπηρεσιών όπως ο ηλεκτροφωτισμός, η ύδρευση και η καθαριότητα. Παρά τις προσπάθειες εξοικονόμησης, όπως η αντικατάσταση φωτιστικών με τεχνολογία led, το κόστος παραμένει υψηλό και απορροφά πολύτιμους πόρους.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στις ΔΕΥΑ, με τον Αντιδήμαρχο να επισημαίνει ότι η πίεση που δέχονται λόγω του ενεργειακού κόστους είναι ασφυκτική. Η επιλογή της πολιτείας να στηρίξει ενεργειακούς ομίλους αντί των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης αναδεικνύεται ως μια πολιτική επιλογή που επιβαρύνει τελικά τους πολίτες.
Αναλυτική ήταν και η τοποθέτηση σχετικά με τα έργα υποδομής και την αδυναμία χρηματοδότησής τους μέσα από ευρωπαϊκά προγράμματα. Έργα κρίσιμα για την ασφάλεια των πολιτών, όπως αντιπλημμυρικά και αντιπυρικά, δεν εντάσσονται εύκολα σε χρηματοδοτικά εργαλεία, καθώς δεν πληρούν τα κριτήρια κόστους οφέλους. Το αποτέλεσμα είναι να καθυστερούν ή να μην υλοποιούνται, αφήνοντας την πόλη εκτεθειμένη σε φυσικούς κινδύνους.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, η Δημοτική Αρχή παρουσιάζεται αποφασισμένη να συνεχίσει την υλοποίηση έργων με ίδιους πόρους, αξιοποιώντας στο μέγιστο βαθμό τις δυνατότητές της. Οι παρεμβάσεις που αναφέρθηκαν καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από αναπλάσεις και έργα ύδρευσης μέχρι παρεμβάσεις στη σχολική στέγη και στους δημόσιους χώρους. Πρόκειται για έργα που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών και αποτελούν, όπως τονίστηκε, προτεραιότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ανθρώπινο δυναμικό του Δήμου, το οποίο έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η μείωση του προσωπικού, σε συνδυασμό με την απαγόρευση προσλήψεων και την προώθηση ελαστικών μορφών εργασίας, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των υπηρεσιών. Παρ όλα αυτά, οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να στηρίζουν την καθημερινή λειτουργία, συχνά υπερβαίνοντας τα όρια των δυνατοτήτων τους.
Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, η εικόνα που παρουσιάστηκε είναι αυτή μιας συστηματικής προσπάθειας στήριξης των πιο ευάλωτων ομάδων. Οι δημοτικοί παιδικοί σταθμοί, οι κατασκηνώσεις, τα προγράμματα αλληλεγγύης και οι δράσεις του Κοινωνικού Οργανισμού αποτελούν βασικούς πυλώνες, ενώ η διατήρηση χαμηλών δημοτικών τελών και οι απαλλαγές ενισχύουν περαιτέρω την κοινωνική προστασία.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στον πολιτισμό και τον αθλητισμό, όπου παρά την έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης, συνεχίζονται οι δράσεις και οι παρεμβάσεις. Το Δημοτικό Θέατρο, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και το καρναβάλι αποτελούν σημαντικά στοιχεία της ταυτότητας της πόλης, ενώ οι αθλητικές εγκαταστάσεις παραμένουν ανοιχτές και προσβάσιμες στους πολίτες.
Ωστόσο, ο προϋπολογισμός επιβαρύνεται από σημαντικές υποχρεώσεις που περιορίζουν τη δυνατότητα περαιτέρω παρεμβάσεων. Το τέλος ταφής απορριμμάτων, οι ενεργειακές δαπάνες και οι υποχρεώσεις αποπληρωμής δανείων αποτελούν βασικούς παράγοντες πίεσης. Παρά τα δεδομένα αυτά, η Δημοτική Αρχή επιλέγει να διατηρήσει χαμηλά τα δημοτικά τέλη, απορροφώντας μέρος του κόστους.
Ο Αντιδήμαρχος Διονύσης Πλέσσας δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη γενικότερη οικονομική κατάσταση, επισημαίνοντας την αντίφαση ανάμεσα στα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Η αύξηση των τιμών, η ακρίβεια και η μείωση της αγοραστικής δύναμης δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις λαϊκές οικογένειες, το οποίο αντανακλάται και στη λειτουργία των Δήμων.
Η αναφορά στις διεθνείς εξελίξεις και στην πολεμική οικονομία εντάσσεται σε αυτή τη συνολική ανάλυση, καθώς, όπως σημείωσε, η κατεύθυνση πόρων προς στρατιωτικές δαπάνες περιορίζει περαιτέρω τις δυνατότητες χρηματοδότησης κοινωνικών αναγκών. Πρόκειται για μια διάσταση που επηρεάζει άμεσα και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Κλείνοντας την εισήγησή του, ο Αντιδήμαρχος Διονύσης Πλέσσας ανέδειξε τον διεκδικητικό χαρακτήρα της Δημοτικής Αρχής, τονίζοντας ότι ο αγώνας για αυξημένη χρηματοδότηση, προσλήψεις προσωπικού και κατάργηση άδικων επιβαρύνσεων θα συνεχιστεί. Η στόχευση, όπως είπε, παραμένει σταθερή, η στήριξη της κοινωνίας και η βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Ο προϋπολογισμός του 2026, μέσα από αυτή την οπτική, δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό σχεδιασμό, αλλά μια πολιτική πράξη με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα. Αντανακλά τη σύγκρουση ανάμεσα στις ανάγκες της πόλης και στους περιορισμούς της κεντρικής πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει την προσπάθεια μιας δημοτικής αρχής να σταθεί δίπλα στους πολίτες, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Σε μια εποχή όπου οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να αντιμετωπίσουν πολλαπλές κρίσεις, η συζήτηση για τον προϋπολογισμό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνει όχι μόνο αριθμούς αλλά και επιλογές, προτεραιότητες και κατευθύνσεις που καθορίζουν το μέλλον της πόλης.


