Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου παραμένει μία από τις πιο τραγικές και καθοριστικές σελίδες του νεότερου ελληνισμού. Έναν αιώνα μετά, η ιστορική έρευνα συνεχίζει να φωτίζει άγνωστες πτυχές του ξεριζωμού, της προσφυγιάς και της ανθρώπινης αντοχής, αναδεικνύοντας ιστορίες που για δεκαετίες έμειναν στη σκιά της συλλογικής μνήμης. Η διατήρηση της ιστορικής αλήθειας δεν αποτελεί μόνο χρέος απέναντι στους νεκρούς, αλλά και πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, σε μια εποχή όπου η γνώση του παρελθόντος αποτελεί ασπίδα απέναντι στη λήθη και την παραχάραξη.
Με αφορμή την εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, που θα πραγματοποιηθεί στη Διακίδειο Σχολή Πατρών την Τετάρτη 27 Μαΐου στις 7.00 μ.μ., η καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Πατρών, Έλλη Λεμονίδου, συνομιλεί με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου στο περιοδικό “πατρινόραμα-hellenic” για τις άγνωστες όψεις της προσφυγικής εμπειρίας, τη δύναμη της ιστορικής έρευνας, τον ρόλο της διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας και το διαχρονικό μήνυμα που οφείλουν να εκπέμπουν οι εκδηλώσεις μνήμης. Μέσα από μια ουσιαστική και τεκμηριωμένη συζήτηση αναδεικνύεται η ανάγκη η μνήμη να μετατρέπεται σε γνώση και η γνώση σε συνείδηση, ώστε το παρελθόν να παραμένει ζωντανό ως οδηγός για το μέλλον.

Γιατί πιστεύετε ότι αυτή η πτυχή της προσφυγικής εμπειρίας παρέμεινε για δεκαετίες σχεδόν άγνωστη στη βιβλιογραφία και στη δημόσια ιστορική μνήμη στην Ελλάδα;
Όταν γίνεται λόγος για γεγονότα τόσο σημαντικά, σύνθετα ως προς την ιστορική τους εξέλιξη, αλλά και εξόχως τραυματικά, δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ορισμένες πτυχές τους να παραμένουν για χρόνια άγνωστες ή υποφωτισμένες. Οι λόγοι για κάτι τέτοιο μπορούν να είναι πολλοί. Κάποιες φορές ενδέχεται να σχετίζονται με την πορεία της έρευνας, η οποία, για αντικειμενικούς ή για καθαρά επιστημονικούς λόγους, εντοπίζει ή επαναξιολογεί το σχετικό υλικό με καθυστέρηση ετών ή και δεκαετιών. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, συνδέονται με τηναρχική προτεραιοποίηση συγκεκριμένων πλευρών της ιστορίας, τόσο στο επίπεδο της ιστοριογραφίας όσο και σε εκείνο της συλλογικής μνήμης.
Στην περίπτωση του μικρασιατικού δράματος, ήταν εύλογο να δοθεί αρχικά μεγαλύτερο βάρος στα γενικά ιστορικά στοιχεία των διωγμών σε βάρος των Ελλήνων, της Μικρασιατικής Εκστρατείας,του πολιτικού και διπλωματικού παρασκηνίου, καθώς και της εγκατάστασης των προσφύγων, ή σε ορισμένες πτυχές του δράματος που διασώθηκαν και αναδείχτηκαν μέσα από τη λογοτεχνική γραφίδα. Υπάρχουν ωστόσο πολλές άλλες σελίδες της ιστορίας, που δεν έχουν γίνει επαρκώς γνωστές – πολλές από αυτές αναδεικνύονται σταδιακά, χάρη στη συστηματική δουλειά της ερευνητικής κοινότητας και το άσβεστο ενδιαφέρον ενώσεων και σωματείων από τις κοινότητες των προσφύγων και των απογόνων τους.
Ποια μεθοδολογικά ζητήματα προκύπτουν όταν η ιστορική έρευνα καλείται να συνδυάσει αρχειακές πηγές, προφορικές μαρτυρίες και υλικό τεκμηρίωσης όπως φωτογραφίες και χάρτες;
Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση, αλλά και για έναν από τους πολλούς λόγους για τους οποίους η ερευνητική ενασχόληση με την ιστορία είναι μια τόσο συναρπαστική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, γίνεται λόγος για ένα εντελώς ετερόκλητο υλικό, το οποίο ωστόσο μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά και να συμβάλει σε μια περισσότερο ολοκληρωμένη και σφαιρική προσέγγιση ενός θέματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η τήρηση μιας αυστηρής μεθοδολογίας, τόσο ως προς τη διαχείριση των αρχειακών πηγών, όσο και στην αξιοποίηση του υπόλοιπου υλικού. Θα ήθελα εδώ να τονίσω δύο στοιχεία: το γεγονός ότι ακόμα και η μελέτη των παραδοσιακών πηγών απαιτεί μια πολύ προσεκτική διαχείριση (καθώς, για παράδειγμα, σε μια αρχειακή σειρά είναι πιθανό να υπάρχουν ελλείψεις, ενίοτε και σκόπιμες αποσιωπήσεις), αλλά και το ότι η εξέλιξη της επιστήμης τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σημαντικά τον μεθοδολογικό οπλισμό για την αξιοποίηση τόσο του οπτικοακουστικού υλικού όσο και των προφορικών μαρτυριών κατά τρόπο επιστημονικά ορθό και αξιόπιστο.
Πώς αξιολογείτε τον ρόλο της διεθνούς ανθρωπιστικής παρουσίας εκείνης της περιόδου και ειδικότερα οργανώσεων όπως οι AmericanWomen’s Hospitals στην ανακούφιση των προσφύγων;
Η περίοδος μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει συνδεθεί γενικά, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση του διεθνούς ενδιαφέροντος για παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, κάτι απολύτως εύλογο, με δεδομένο τον τεράστιο αριθμό ανθρώπων που χρειάζονταν άμεση συνδρομή μετά από τη μεγάλη ανθρωποσφαγή. Η αλήθεια είναι ότι ανάλογες πρωτοβουλίες υπήρχαν και παλαιότερα, ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου, ωστόσο μετά το 1918 οι κινήσεις αυτές απέκτησαν πιο οργανωμένο χαρακτήρα και έγινε προσπάθεια να ενταχθούν οργανικά στη νέα αρχιτεκτονική της ειρήνης, με καταλυτικό τον ρόλο τουFridtjofNansen, Ύπατου Εκπροσώπου της Κοινωνίας των Εθνών για τους Πρόσφυγες καιβραβευθέντος με το Νόμπελ Ειρήνης το 1922.
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η Ελλάδα προκάλεσε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων, εξαιτίας των οξύτατων αναγκών που είχε προκαλέσει η μαζική ροή προσφύγων σε μια χώρα ήδη σκληρά δοκιμασμένη από τη συνεχή εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις. Στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση αυτής της ασύλληπτης ανθρωπιστικής κρίσης, πέρα από τις ενέργειες του ίδιου του ελληνικού κράτους και τον συντονισμό με τους διεθνείς φορείς, καθοριστικός υπήρξε ασφαλώς και ο ρόλος μιας σειράς ξένων οργανώσεων – μεταξύ αυτών, η οργάνωση AmericanWomen’sHospitals δραστηριοποιήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στα ζητήματα της φροντίδας των προσφύγων, ιδίως των γυναικών και των ορφανών παιδιών, δημιουργώντας34 νοσοκομεία έως το 1924 για την περίθαλψή τους και καταβάλλοντας άοκνες προσπάθειες για τη στήριξη του ανθρωπιστικού της έργου μέσω της ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της αμερικανικής κοινής γνώμης.
Με ποιον τρόπο μπορεί μια σύγχρονη πανεπιστημιακή προσέγγιση να συμβάλει ώστε τέτοιες τραυματικές μνήμες να μετατραπούν σε αντικείμενο επιστημονικής γνώσης χωρίς να απολέσουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα τους;
Η ιστορία ως επιστήμη παίρνει τα ηνία στο σημείο που η μνήμη, η ζωντανή μαρτυρία ή η άμεση θύμηση εξασθενούν ή εξαφανίζονται. Η ιστοριογραφία, όπως καλλιεργείται στο ακαδημαϊκό περιβάλλον, έχει ως αποστολή την κριτική επεξεργασία των πηγών και τη δημιουργία ενός δομημένου και τεκμηριωμένου ιστορικού αφηγήματος, που βοηθά τόσο τους ειδικούς όσο και το ευρύ κοινό να αποκτήσουν μια κατά το δυνατό ολοκληρωμένη εικόνα και γνώση για το παρελθόν, πολύ δε περισσότερο για τις επίμαχες σελίδες της πρόσφατης ιστορίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δύναμη της ανθρώπινης μαρτυρίας δεν χάνει την αξία της, ούτε το συναισθηματικό της βάρος. Είναι όμως χρέος των ιστορικών να την αναδείξουν με τον δέοντα τρόπο, να την τοποθετήσουν οργανικά μέσα στο (διεθνές και εγχώριο) πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής της, να την πλαισιώσουν με όλες εκείνες τις πληροφορίες που θα διευκολύνουν την πληρέστερη κατανόησή της. Με άλλα λόγια, η ακαδημαϊκή ιστορία, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, συνειδητά αντλεί υλικό από τη βιωμένη εμπειρία, τη μελετά σε βάθος και την αξιοποιεί με τον δέοντα τρόπο για να διαμορφώσει την ιστοριογραφική αφήγηση.
Τέλος, ποιο μήνυμα θεωρείτε ότι πρέπει να εκπέμπει σήμερα μια εκδήλωση μνήμης προς τις νεότερες γενιές σχετικά με τη διατήρηση της ιστορικής αλήθειας και τη διαχείριση του συλλογικού τραύματος;
Οφείλουμε να έχουμε πάντα ανοικτές τις κεραίες μας στην πρόσφατη ιστορία, σε γεγονότα που επηρέασαν άμεσα τις ζωές των κοντινών προγόνων μας και την ιστορία της χώρας συνολικά. Η αναζήτηση, καταγραφή και μελέτη του παρελθόντος, είναι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι τραυματικές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας μας. Δεν είναι εύκολος αυτός ο δρόμος, αυτός ο στόχος – ας μην έχουμε αυταπάτες. Οφείλουμε όμως να τον ακολουθήσουμε με συνέπεια, προκειμένου να αποφύγουμε τη διαιώνιση των εντάσεων και των ιδεολογικά ή συναισθηματικά φορτισμένων ερμηνειών. Οφείλουμε επίσης να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν σημαντικότατες σελίδες του παρελθόντος, ακόμα και εμβληματικών γεγονότων της ελληνικής ιστορίας, που είτε είναι εντελώς άγνωστες, είτε έχουν υποτιμηθεί από την έως τώρα έρευνα – κάθε δράση που συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση, είτε έχει αμιγώς ακαδημαϊκό χαρακτήρα, είτε απευθύνεται στο ευρύ κοινό, αποκτά εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη σημασία. Οφείλουμε συνεπώς όλοι να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας για την επίτευξη του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος σε επίπεδο στοχεύσεων, περιεχομένου και απήχησης.

Η μνήμη δεν διατηρείται με επετειακές αναφορές, αλλά με τη γνώση, την έρευνα και τη διαρκή αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας. Οι τραγικές σελίδες του ποντιακού ελληνισμού εξακολουθούν να μας καλούν να αφουγκραστούμε τις φωνές όσων ξεριζώθηκαν, χάθηκαν ή αγωνίστηκαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους μέσα από τις στάχτες της καταστροφής. Η επιστημονική προσέγγιση δεν απομακρύνει το ανθρώπινο στοιχείο από την Ιστορία· αντίθετα, το αναδεικνύει με σεβασμό, τεκμηρίωση και ευθύνη.
Τα λόγια της Έλλης Λεμονίδου υπενθυμίζουν ότι η ιστορική μνήμη αποτελεί ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μας ταυτότητας και πολύτιμο εργαλείο αυτογνωσίας. Σε μια εποχή όπου η λήθη, η παραπληροφόρηση και οι εύκολες ερμηνείες απειλούν την ουσία των ιστορικών γεγονότων, η διαφύλαξη της αλήθειας μετατρέπεται σε πράξη πολιτισμού και δημοκρατίας. Γιατί οι λαοί που γνωρίζουν την ιστορία τους δεν εγκλωβίζονται στο παρελθόν· αντλούν από αυτό τη δύναμη να οικοδομήσουν ένα δικαιότερο και πιο συνειδητό μέλλον.


