Η μαρτυρία που συγκλόνισε την ψυχή μου στο Τρίκορφο,όταν ο Σταυρός  «μίλησε» και η παράλυση υποχώρησε

Γράφει η Ευτυχία Λαμπροπούλου δημοσιογράφος

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που δεν ακούγονται απλώς, αλλά σε διαπερνούν, σε αλλάζουν, σε φέρνουν αντιμέτωπη με μια αλήθεια βαθύτερη από ό,τι μπορεί να αντέξει ο νους. Δεν είναι αφηγήσεις για να τις κρίνεις, ούτε γεγονότα για να τα εξηγήσεις. Είναι βιώματα που σου ζητούν να σιωπήσεις και να τα δεχτείς. Ένα τέτοιο βίωμα μου μεταφέρθηκε από τον αρχιμανδρίτη Νεκτάριο Θεοδωρικάκο, τρίτο τη τάξει, στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο της Φωκίδος, όταν βρέθηκα εκεί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως δεν θα άκουγα απλώς μια ιστορία, αλλά μια ζωντανή μαρτυρία πίστης, μια εμπειρία που ακουμπούσε το θαύμα.

Ο λόγος του ήταν ήρεμος, σχεδόν γαλήνιος, όμως κάθε λέξη έκρυβε μέσα της δύναμη. Δεν προσπαθούσε να πείσει, ούτε να εντυπωσιάσει. Μιλούσε όπως μιλά κάποιος που έχει δει κάτι που δεν ξεχνιέται ποτέ. Και κάπως έτσι με ταξίδεψε στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας, σε μια εποχή όπου ο γέροντας ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο της Φωκίδος και Πρωτοσύγκελος της Ι.Μ. Φωκίδος  Νεκτάριος Μουλατσιώτης βρισκόταν εκεί, συνοδευόμενος από τον ίδιο.

Ήταν Σεπτέμβριος του 1992, μια περίοδος που για μια οικογένεια από την Κύπρο είχε γίνει συνώνυμη του πόνου. Η κυρία Ανδριάνα Παυλίδου, μητέρα και σύζυγος, ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι για πέντε ολόκληρα χρόνια. Οι γιατροί είχαν εξαντλήσει τα περιθώρια, οι ελπίδες είχαν σχεδόν σβήσει, και το σπίτι τους είχε γεμίσει με εκείνη τη βαριά σιωπή που αφήνει πίσω της η χρόνια δοκιμασία.

Όταν συνάντησαν τον γέροντα, δεν έγινε τίποτα θεαματικό. Ένας απλός χαιρετισμός, μια ήρεμη παρουσία, και μια προτροπή που έμοιαζε σχεδόν αινιγματική. Να έρθουν όλοι μαζί την επόμενη ημέρα, Κυριακή βράδυ, σε ένα σπίτι όπου θα τους φιλοξενούσαν, για να προσευχηθεί και να σταυρώσει την ασθενή. Εκείνη η φράση όμως που ειπώθηκε, έμελλε να χαραχτεί βαθιά στη μνήμη όλων. Να έλθετε όλοι, διότι η μητέρα σας απόψε θα γίνει καλά.

Η αμφιβολία ήταν αναμενόμενη. Πέντε χρόνια παράλυσης δεν αφήνουν περιθώρια για εύκολη πίστη. Η κόρη της, η Ευρυδίκη, το ομολόγησε αργότερα. Δεν πίστεψε. Ούτε ο αδελφός της πίστεψε. Μάλιστα, δεν ήθελε καν να παρευρεθεί. Κι όμως, κάτι παράξενο συνέβη. Ένα άρωμα, ανεξήγητο, γέμισε το σπίτι τους. Ένα άρωμα που δεν έμοιαζε με τίποτα γνωστό, αλλά ήταν γλυκό, ειρηνικό, σχεδόν ουράνιο. Ο φόβος τον ώθησε να φύγει και να πάει κι εκείνος στο σπίτι των Κυπρίων, εκεί όπου θα εκτυλισσόταν το θαύμα.

Το σπίτι ήταν γεμάτο. Διακόσιοι, ίσως και τριακόσιοι άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από πίστη, άλλοι από ανάγκη. Ο χώρος είχε μια ένταση που δεν περιγράφεται εύκολα. Κάτι αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, σαν προσμονή, σαν να περίμεναν όλοι μια αποκάλυψη.

Όταν τελείωσε η ομιλία, ο γέροντας κάλεσε την κυρία Ανδριάνα. Με απλότητα, χωρίς επιτήδευση, της ζήτησε να πλησιάσει για να την σταυρώσει. Εκείνη σπρώχνοντας το αναπηρικό της αμαξίδιο με τα χέρια,   όπως μπορούσε, κουβαλώντας το βάρος όχι μόνο του σώματος, αλλά και των ετών της δοκιμασίας. Πίσω του υπήρχε μια εικόνα του Χριστού,  σε εκείνη στράφηκε η καρδιά της. Δεν ζήτησε πολλά. Μόνο ένα, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», ψέλλισε.

Ο γέροντας πήρε τον Σταυρό του και άρχισε να προσεύχεται. Σταύρωνε τη σπονδυλική της στήλη, ψιθυρίζοντας λόγια που δεν ακούγονταν καθαρά, αλλά γέμιζαν τον χώρο. Και τότε, εκείνη ένιωσε ένα βάρος, όχι απλώς βαρύ, αλλά συντριπτικό. Σαν να έπεσε πάνω της όλο το ταβάνι. Σαν να την πίεζε κάτι αόρατο, κάτι ισχυρό. Η σκέψη της ήταν ανθρώπινη. Δεν βλέπει ότι είμαι παράλυτη. Θα πέσω! Ξαφνικά, η φωνή της χάθηκε. Η γλώσσα της δέθηκε. Έχασε τις αισθήσεις της. Έπεσε σε μια κατάσταση που δεν ήταν απλώς λιποθυμία, αλλά κάτι βαθύτερο. Ο γέροντας δεν σταμάτησε. Γονάτισε μπροστά της, συνέχισε την προσευχή, σταύρωσε τα πόδια της, με πίστη ακλόνητη.

Και τότε ακούστηκε η φράση, «Εν ονόματι του Ιησού Χριστού, σήκω επάνω και περπάτησε». Ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Θεοδωρικάκος περιέγραφε εκείνη τη στιγμή με τρόπο που σε έκανε να τη βλέπεις μπροστά σου. Τα πόδια της άρχισαν να κινούνται. Στην αρχή διστακτικά, έπειτα πιο έντονα. Σαν να ξυπνούσαν από έναν βαθύ ύπνο, σαν να επέστρεφε η ζωή εκεί που είχε χαθεί.

Τότε έβγαλε μία δυνατή κραυγή «Χριστέ μου, τα πόδια μου». Μια κραυγή που δεν ήταν μόνο έκπληξη, αλλά λύτρωση. Σήκωσε τα χέρια της, πόνεσε, αλλά ζούσε αυτό που για χρόνια φάνταζε αδύνατο.

Ο γέροντας στάθηκε όρθιος και επανέλαβε. Σήκω και περπάτα. Και εκείνη τη στιγμή, η ίδια περιέγραψε κάτι που ξεπερνά κάθε λογική. Δεν έβλεπε πια τον γέροντα. Έβλεπε τον Χριστό να βγαίνει από την εικόνα. Ντυμένο με λευκά, λαμπερά ρούχα, να την πλησιάζει, να της απλώνει το χέρι και να της λέει, έλα.

Άπλωσε το χέρι της και  σηκώθηκε. Περπάτησε, έσπρωχνε καρέκλες, προχωρούσε, έκλαιγε, φώναζε, ζούσε. Το χέρι που κρατούσε, όπως είπε, δεν ήταν ανθρώπινο. Δεν είχε σκληρότητα, δεν είχε βάρος. Ήταν απαλό, σαν πούπουλο. Ήταν το χέρι του Χριστού.

Το σπίτι είχε μετατραπεί σε τόπο δόξας. Οι άνθρωποι έκλαιγαν, προσεύχονταν, έμεναν άφωνοι. Δεν υπήρχε χώρος για αμφιβολία. Μόνο για δέος.

Και όμως, δεν ήταν το μόνο θαύμα. Την ίδια ημέρα θεραπεύτηκε και ένας άνδρας που ήταν σκυφτός από τη μέση, ορθώθηκε και περπάτησε κανονικά. Ένα  παιδί  που έκανε συνεχείς αιμοκαθάρσεις με καταγωγή από τον Ν. Ηλείας, ξάπλωσε σε σχήμα Σταυρού και ζήτησε να το σταυρώσει ο γέροντας. Από εκείνη τη στιγμή, δεν χρειάστηκε ποτέ ξανά θεραπεία.

Ο Αρχιμανδρίτης στάθηκε ιδιαίτερα και σε κάτι άλλο. Στην κατάσταση του ίδιου του γέροντα. Για περίπου δέκα ημέρες, δεν ήταν όπως πριν. Ζούσε σαν να βρισκόταν αλλού. Δεν ήθελε να φάει, δεν ήθελε να πιει. Οι φωνές των ανθρώπων τον ενοχλούσαν. Ήταν σαν να είχε αγγίξει μια άλλη διάσταση, μια ουράνια πραγματικότητα, και να δυσκολευόταν να επιστρέψει.

Ο ίδιος περιέγραψε ότι άκουγε τη φωνή του από μακριά, σαν να μην ανήκε στο σώμα του. Ότι τη στιγμή του θαύματος, δεν ήταν εκείνος που ενεργούσε. Έβλεπε το χέρι του να γίνεται το χέρι του Χριστού. Ένιωθε τη Χάρη να τον σκεπάζει και να τον οδηγεί. Αυτές οι στιγμές, δεν περιγράφονται, μόνο βιώνονται.

Φεύγοντας από την Ιερά  Μονή  Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο της Φωκίδος, δεν μπορούσα να είμαι η ίδια. Δεν ήταν απλώς μια ιστορία που άκουσα. Ήταν μια ρωγμή μέσα στη λογική μου, ένα άνοιγμα προς κάτι που δεν εξηγείται, αλλά υπάρχει. Κατάλαβα πως το θαύμα δεν είναι παραβίαση της πραγματικότητας, αλλά αποκάλυψη της αληθινής της διάστασης.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δυνατό στοιχείο αυτής της μαρτυρίας,  Ότι ο Θεός δεν είναι μακριά, δεν είναι μια ιδέα. Αλλά, είναι παρών και όταν το θελήσει, μέσα από τον Σταυρό, μπορεί να μετατρέψει τον πόνο σε ζωή, την ακινησία σε πορεία, και την απελπισία σε φως.