Στον απόηχο του διήμερου συμποσίου της Πάτρας, η συζήτηση γύρω από τον Γιέρζι Γκροτόφσκι αποκτά νέα ένταση και βάθος. Ο ηθοποιός,σκηνοθέτης Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Θεάτρου Όμμα Στούτνιο και του Κέντρου Θεατρικής Ανθρωπολογίας (Ηράκλειο,Κρήτης) μιλά στη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου και στο περιοδικό πατρινόραμα-hellenic και καταθέτει μια εμπειρία που δεν περιορίζεται σε μια αναδρομή, αλλά λειτουργεί ως ζωντανή πράξη κατανόησης και επαναπροσδιορισμού. Μέσα από εισηγήσεις, βιωματικά εργαστήρια και τη συνάντηση διαφορετικών οπτικών, το συμπόσιο δεν αναμετρήθηκε απλώς με την κληρονομιά ενός μεγάλου δημιουργού, αλλά φώτισε την επιτακτική ανάγκη να ιδωθεί το έργο του ξανά, ως μια ανοιχτή διαδικασία που συνεχίζει να μεταμορφώνει το θέατρο και τη σχέση των ανθρώπων μέσα σε αυτό.

Τι άφησε τελικά το διήμερο συμπόσιο της Πάτρας στη συζήτηση γύρω από τον Γκροτόφσκι σήμερα;
Το διήμερο Συμπόσιο με τίτλο: «Συναντώντας τον Γιέρζι Γκροτόφσκι και το έργο του,Δράση Δ’ (είχαν προηγηθεί από τον Νοέμβρη 2025,3 Δράσεις) είχε πολλαπλά αποτελέσματα. 27 χρόνια μετά το θάνατο του Γιέρζι Γκροτόφσκι ήταν η πρώτη φορά που όσοι και όσες το παρακολούθησαν ήρθαν σε επαφή με βαθιές αναλύσεις του έργου του, από μελετητές και ερευνητές,’Ελληνες και ξένους οι οποίοι θεωρούνται ειδικοί στο τομέα τους.Όλοι αυτοί χρησιμοποίησαν έναν εκσυχρονιστικό λόγο ανάλυσης μακριά από την στείρα ιστοριογραφία η την περιγραφή,φωτίζοντας άγνωστες μέχρι σήμερα πτυχές της δουλειάς του,οι οποίες εκτείνονταν και σε άλλα πεδία επιστήμης εκτός του καλλιτεχνικού όπως:κοινωνιολογία,θρησκεία,ανθρωπολογία,φιλοσοφία,θρησκεία,ψυχολογία αλλά και εμπειρισμός και βίωμα μιας και κάποιοι από τους εισηγητές γνώρισαν και δούλεψαν απ’ευθείας με τον ίδιο τον Γκροτόφσκι..Παρουσιάστηκαν άκρως ενδιαφέρουσες μελέτες που καθήλωσαν τους θεατές.

Υπήρξε κάποια ουσιαστική ανανέωση της οπτικής του έργου του;
Ναι υπήρξε,κάτω από το πρίσμα μιας ειδικής οπτικής η αν θέλετε μιας «άλλης» διάστασης που έδωσαν οι εισηγητές.Αναφέρθηκαν νέοι σημειολογικοί όροι όπως πχ σε μία εκ των δύο ομιλιών του Κρίς Σαλάτα,καθηγητή θεάτρου και διεθυντή του τομέα θεάτρου στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα (ΗΠΑ) που ήρθε προσκαλεσμένος από το Κέντρο Θεατρικής Ανθρωπολογίας και το θέατρο Όμμα Στούντιο στο Συμπόσιο μας ο οποίος χαρακτήρισε τη πρώτη περίοδο τη δουλειάς του Γιέρζι Γκροτόφσκι ,την λεγόμενη περίοδο των σκηνικών του παραγωγών ως Θέατρο της Διαδικασίας.Γενικά ακούστηκαν πολλοί νέοι σημειολογικοί όροι από τους ομιλητές που εξέφραζαν αυτήν την «άλλη» οπτική μέσα από την βαθιά ανάλυση.Επίσης –και αυτό για μένα ήταν πολύ σημαντικό-ο Μάριο Μπιατζίνι αναπληρωτής σκηνοθέτης του Κέντρου έρευνας του Γιέρζι Γκροτόφσκι και Τόμας Ρίτσαρντς που και αυτός ήταν προσκαλεσμένος στο Συμπόσιο, μας παρουσίασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα μέσα από οπτικό υλικό το Action (Δράση) που είναι το αποτέλεσμα δουλειάς του Κέντρου έρευνας και το τελευταίο στάδιο της έρευνας του Γκροτόφσκι πρίν το θάνατό του,με αποτέλεσμα να δουν επιτέλους οι Έλληνες θεατές τι σημαίνει ο όρος «Τέχνη ως όχημα» αλλά και όρος Opus σε αντιδιαστολή με τον όρο «παράσταση».

Πώς μεταφράζεται στην πράξη το «φτωχό θέατρο» στον σύγχρονο σκηνικό χώρο; Είναι μια ζωντανή πρακτική ή περισσότερο μια ιστορική αναφορά;
Ανάμεσα στους μελετητές του έργου του είναι κοινή αποδοχή ότι ο Γκροτόφσκι έχει διαστρεβλωθεί στη Δύση από την τεράστια επιρροή του βιβλίου του Προς ένα Φτωχό Θέατρο (1968), το οποίο αγιοποίησε τον σκηνοθέτη ως έναν πρωτοποριακό μεταρρυθμιστή των θεατρικών μέσων -αφαιρώντας τα σκηνικά και δίνοντας έμφαση στον πειθαρχημένο εκφραστικό ηθοποιό. Ωστόσο το Προς ένα Φτωχό Θέατρο κατέγραψε μόνο μια στιγμή σε μια πολύ μακρύτερη και εξελισσόμενη πρακτική. Εστιάζοντας στις μεταγενέστερες φάσεις -ιδιαίτερα στις εργαστηριακές έρευνες, μετά την αποχώρηση του Γκροτόφσκι από τις δημόσιες παραστάσεις-το έργο του αφορούσε τελικά λιγότερο την αναπαράσταση στη σκηνή και περισσότερο την πιθανότητα μιας μεταμορφωτικής συνάντησης μεταξύ ανθρώπων.
Η συνάντηση δεν είναι μια μεταφορά που αναφέρεται στη συνάντηση με ένα ακροατήριο, είναι ένα γεγονός αποκάλυψης και ανταπόκρισης. Συμβαίνει στον χώρο ανάμεσα, στην ίδια τη σχέση και αντιστέκεται στο να καθοριστεί ως μέθοδος ή να αναπαραχθεί ως στυλ. Αυτή η επιμονή στο (παραπάνω) γεγονός και το σχετικό του περιεχόμενο με οδηγεί να χαρακτηρίσω, μεγάλο μέρος της μεταγενέστερης πρακτικής του Γκροτόφσκι, ως «άγραφη»ένας όρος που τον έχει εισαγάγει ο Κρίς Σαλάτα. Δεν μπορούσε να αποτυπωθεί πλήρως σε εγχειρίδια, παρτιτούρες ή ακόμα και σε ηχογραφήσεις, επειδή η ουσία της έγκειται στη ζωντάνια – αυτό που αποκαλείτε «αληθινή ζωντάνια» – η οποία εμφανιζόταν μόνο τη στιγμή της ενσώματης ανταλλαγής και στη σφαίρα όπου η γλώσσα δεν υπάρχει. Και εκεί ακριβώς έγκειται η ιδιαιτερότητα της δουλειάς του Γκροτόφσκι μιας και αναφέρεται στο «εδώ και τώρα» και μάλιστα μπροστά σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο γι αυτό είναι δύσκολο να μιλήσουμε για γενικεύσεις Ναι είναι λοιπόν μια ζωντανή πρακτική.

Ποια ήταν η πιο δυνατή στιγμή του συμποσίου θεωρητικά ή βιωματικά; Κάποια εισήγηση ή εργαστήριο που ξεχώρισε;
‘Ολες οι στιγμές από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν ξεχωριστές ιδιαίτερες και δυνατές χάρη των εισηγητών.Ξεχωρίζω τα δύο βιωματικά εργαστήρια –την πρώτη μέρα του Μάριο Μπιατζίνι που ουσιαστικά παρουσίασε ένα masterclass πάνω στις σωματικές δράσεις με 30 συμμετέχοντες/χουσες ,κυρίως μαθητές των Δραματικών Σχολών του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και της Δραματικής Σχολής Βεάκη καθώς και φοιτητών του τμήματος θεάτρου ΕΣΠΛΟ του Πανεπιστημίου Πάτρας αλλά και πολλών παρατηρητών αλλά και τη δεύτερη μέρα στο εργαστήριο της ηθοποιού Ειρήνης Κουτσάκη που δούλεψε μαζί τους πάνω στο τρόπο δουλειάςκαι προσέγγισης των σωματικών δράσεων και τελετουργίας που οι ηθοποιοί του θεάτρου Όμμα Στούντιο,Αντώνης Διαμαντής,Ειρήνη Κουτσάκη και Μαρία Σαριτσάμη δούλεψαν μαζί με την ηθοποιό του θεατρικού Εργαστηρίου Ρένα Μιρέτσκα στο Ηράκλειο Κρήτης,μια δουλειά μακράς διάρκειας και υψηλής ποιότητας .

Τι έδειξε η συνύπαρξη Ελλήνων και διεθνών δημιουργών;
Ήταν πολύ αρμονική μιας και η συνάντηση μεταξύ τους ανέδειξε τα κοινά ενδιαφέροντα που έχουν πάνω στη δουλειά του Γκροτόφσκι.Βέβαια οι εισηγητές που ήρθαν από το εξωτερικό λόγω του μεγαλύτερου αριθμού βιβλιογραφίας που διαθέτουν στη χώρα τους ήταν πολύ κατατοπισμένοι αλλά και αυτό χρεώνετε στα θετικά της συνάντησης μιας και πληροφορηθήκαμε μέσα από τις ομιλίες για την ύπαρξη βιβλιογραφίας,άρθρων και επιστημονικών η ιστορικών συγγραμμάτων πάνω σε πολλά πεδία.Αυτή η συνύπαρξη άνοιξε έναν δίαυλο επικοινωνίας που εκτείνετε πια και εκτός Ελλάδας μεταξύ Ελλήνων και ξένων ακαδημαικών.

Υπάρχει κοινός κώδικας ή παραμένουν διαφορετικές οι προσεγγίσεις;
Λόγω των διαφορετικών πεδίων έρευνας υπάρχουν διαφορετικές οπτικές και τρόποι προσέγγισης των αναλύσεων.Ο σκοπός βέβαια όλων είναι κοινός:η αποκρυπτογράφηση η η αποκωδικοποίηση της δουλειάς του Γκροτόφσκι που περιλαμβάνει ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών και αν θέλετε η ταξινόμηση αυτού του υλικού.Αυτό πχ προσπάθησε να κάνει ο Μάριο Μπιατζίνι με την επιμέλεια της έκδοσης των απάντων του Γιέρζι Γκροτόφσκι σε δύο τόμους που ήδη κυκλοφορούν στην Γαλλία και την Ιταλία και ευελπιστούμε γρήγορα να μεταφραστούν και να κυκλοφορήσουν και στην Ελλάδα.Πρόκειται για μια έκδοση που περιλαμβάνει όλα τα κείμενα που έγραψε ο Γκροτόφσκι.

Κατά πόσο το ελληνικό θέατρο σήμερα συνομιλεί ουσιαστικά με την παρακαταθήκη του Γκροτόφσκι; Υπάρχουν συγκεκριμένα παραδείγματα;
Είναι λογικό ότι λόγω της έλλειψης της παρουσίασης της δουλειάς του Γκροτόφσκι στην Ελλάδα με εξαίρεση την παρουσίαση το 2005 στο Ζαρό της Κρήτης που την διοργάνωσε το θέατρο Όμμα Στούντιο αλλά και της πενιχρής μεταφρασμένης στα ελληνικά βιβλιογραφίας του έργου του να υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης που γεννά παρανοήσεις και λανθασμένες εντυπώσεις.Αυτό το κενό προσπάθησε να καλύψει το Συμπόσιό μας και ελπίζουμε να είναι η αρχή μιας πιο συστηματικής,σύγχρονης παρουσίασης του έργου του.Συμπόσιο που φυσικά δεν θα μπορούσαμε να το πραγματοποιήσουμε χωρίς την οικονομική στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και του ΕΛΚΕ Πανεπιστημίου Πατρών.
Στο Συμπόσιο υπήρξε και μία πολύ ενδιαφέρουσα εισήγηση της επί διδακτορικό Μαρίας Σικιτάνο που παρουσίασε την εργαστηριακή συνάφεια της δουλειάς του Θεάτρου Αττις του Θόδωρου Τερζόπουλου και του Γιέρζι Γκροτόφσκι.

Μπορούν τέτοιες διοργανώσεις να ξεφύγουν από τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα και να επηρεάσουν την ευρύτερη θεατρική κοινότητα; Ή απευθύνονται κυρίως σε ειδικούς;
Από τις αντιδράσεις του κοινού στο ποίο υπήρχαν πολλοί καλλιτέχνες καθώς και σπουδαστές Δραματικών Σχολών που όλοι και όλες-και αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση-παρακολούθησαν και τις δύο μέρες τις πολύωρες εισηγήσεις έως το τέλος καταλαβαίνω το ενδιαφέρον που αναπτύσσεται στην ευρύτερη θεατρική κοινότητα.Απλά τέτοιου είδους; συναντήσεις πρέπει να πληθύνουν και να συμπεριλάβουν και περισσότερη πρακτική παρουσίαση

Τι μένει μετά το τέλος του συμποσίου;
Κάτι πολύ σημαντικό: Η έκδοση των πρακτικών σε μορφή βιβλίου η οποία θα είναι δίγλωσση,Ελληνικά και Αγγλικά και η οποία θα προωθηθεί σε Θεατρολογικά τμήματα των Πανεπιστημίων της χώρας μας,Δραματικές σχολές,Ινστιτούτα της Ελλάδας και του Εξωτερικού.Ήδη έχει ξεκινήσει αυτή η διεργασία και ελπίζω να παρουσιαστεί έως το τέλος του χρόνου.Φυσικά μένει στους οργανωτές/τριες και στους συμμετέχοντες/χουσες μια δυνατή ανάμνηση και πολύ καλές εντυπώσεις που είναι το πρωταρχικό υλικό για την επανάληψή του.

Υπάρχει συνέχεια, δίκτυα συνεργασίας ή κάποιο άλλο ραντεβού; Κάτι σαν θεσμός;
Ναι αναπτύχθηκαν δίκτυα συνεργασίας σε ακαδημαικό επίπεδο αλλά και καλλιτεχνικό.Με όλες και όλους είναι σίγουρο ότι θα ξαναβρεθούμε προχωρώντας και σε ένα πρακτικό,εκτός του θεωρητικό επίπεδο συνεργασίας μιας και όπως έγραψε και ο Ναζίμ Χικμέτ:
Να γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο απ’ όλα, δε στο `χω πει ακόμα.


Στον απόηχο αυτών των δύο ημερών μένει κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα με λέξεις, μια σιωπηλή ένταση που επιμένει, σαν να συνεχίζεται ακόμη η συνάντηση σε έναν αόρατο χώρο ανάμεσα στους ανθρώπους. Πρόσωπα, φωνές, σώματα, σκέψεις, όλα μοιάζουν να έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα που δεν σβήνει, αλλά μετακινείται, ωριμάζει και επιστρέφει ξανά μέσα μας με έναν τρόπο βαθιά προσωπικό.
Δεν ήταν μόνο όσα ειπώθηκαν, ήταν όσα συνέβησαν ανάμεσα, εκεί που η σκέψη γίνεται εμπειρία και η εμπειρία μετατρέπεται σε ανάγκη για συνέχεια. Μια αίσθηση ότι κάτι άγγιξε ουσιαστικά τον πυρήνα της θεατρικής πράξης, πέρα από λέξεις και ορισμούς, εκεί όπου η τέχνη γίνεται σχέση, αναπνοή και παρουσία.
Και τώρα που όλα έχουν τυπικά ολοκληρωθεί, τίποτα δεν μοιάζει πραγματικά να έχει τελειώσει. Κάτι έχει ανοίξει, ένα βλέμμα προς τα μέσα και προς τον άλλον ταυτόχρονα, μια υπόσχεση ότι αυτή η διαδρομή δεν ήταν μια στιγμή, αλλά η αρχή μιας πιο βαθιάς και αληθινής αναζήτησης.


