Νίκος Πουρσανίδης: «Στο σκοτάδι της ψυχής, γεννιέται η αλήθεια»

Υπάρχουν στιγμές που το θέατρο δεν είναι απλώς τέχνη είναι μια ανοιχτή πληγή. Μια εξομολόγηση χωρίς άμυνες, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά τον πιο βαθύ του εαυτό. Εκεί ακριβώς μας οδηγεί ο Νίκος Πουρσανίδης μέσα από τον «Πουπουλένιο» του Martin McDonagh  σε έναν κόσμο σκοτεινό, εύθραυστο, σχεδόν αφόρητα αληθινό.

Στη συνομιλία του με το Πατρινόραμα–Hellenic και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου, ο ηθοποιός δεν κρύβεται πίσω από τον ρόλο. Αντίθετα, βουτά βαθιά μέσα του, αγγίζοντας εκείνα τα σημεία που πονάνε, που φοβίζουν, που μένουν σιωπηλά. Ο Κατούριαν που ενσαρκώνει δεν είναι απλώς ένας χαρακτήρας είναι ένας καθρέφτης. Ένας άνθρωπος που κουβαλά το τραύμα, την αγωνία, την ανάγκη να ακουστεί ακόμη κι όταν η φωνή του τρέμει.

Με λόγο που πάλλεται από ένταση και ευαισθησία, ο Πουρσανίδης μιλά για το ψυχικό κόστος, τη βία, τη λογοκρισία, αλλά και για τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί, να νιώσει, να μοιραστεί και εν τέλει  να λυτρωθεί.

Γιατί ίσως, μέσα στις πιο σκοτεινές ιστορίες, να κρύβεται η πιο τρυφερή αλήθεια. Και το θέατρο όταν γίνεται τόσο αληθινό δεν σε αφήνει ίδιο. Σε αλλάζει, σε σημαδεύει και κυρίως σου θυμίζει πως, ακόμα και στο σκοτάδι, η ανθρώπινη ψυχή επιμένει να αναπνέει.


Στην παράσταση
«Πουπουλένιος»  υποδύεστε έναν χαρακτήρα μέσα σε ένα σκοτεινό και έντονα ψυχολογικό σύμπαν. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για εσάς στην προσέγγιση αυτού του ρόλου;

Η μεγαλύτερη πρόσκληση για να υποδυθώ τον Κατούριαν, ήταν να ψάξω στα πιο σκοτεινά σημεία του εαυτού μου και να το κάνωμ αυτό κάθε φορά στην παράσταση χωρίς εκπτώσεις. Αυτό είχε  ψυχικό και σωματικό κόστος. Γιατί δεν είναι μόνο το ποιος είναι και το τί φέρει από την παιδική του ηλικία, αλλά και η συνθήκη που τον βρίσκουμε, μέσα σε ένα ανακριτικό γραφείο, στην αρχή χωρίς να γνωρίζει γιατί αλλά με την απεριόριστη αγωνία
που έχουν οι άνθρωποι που συλλαμβάνονται σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Επίσης, ο ρόλος μου δεν βγαίνει από την σκηνή καθόλη την διάρκεια της παράστασης. Οπότε η πρόκληση είναι να ζω κάθε βράδυ αυτά το τρομακτικά έντονο συναισθηματικό ρόλερ κόστερ που ζει αυτός ο χαρακτήρας, με μια ανάσα. Βέβαια, αυτό είναι και πολύ λυτρωτικό για έναν ηθοποιό και σε γεμίζει και με πολύ μεγάλη χαρά όταν η ανταπόκριση του κόσμου είναι τόσο θερμή, όπως ήταν για την παράσταση μας, εδώ και δύο χρόνια.

Το έργο του Martin Mc Donagh συνδυάζει μαύρη κωμωδία με βαθιά τραγικά στοιχεία. Πώς βρίσκει ένας ηθοποιός την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα;

Με δουλειά και με μια διάθεση να ψάχνεις αδιάκοπα και να δοκιμάζεις ποια είναι τα όρια σου και τα όρια του έργου. Φυσικά αυτό ξεκινά με την σύμπνοια που έχεις με τους συμπαίκτες σου στη σκηνή. Και δεν εννοώ μόνο το να έχουμε κοινή σκηνοθετική γραμμή. Αλλά να είμαστε καλά και μεταξύ μας. Αυτά τα έργα, κακά τα ψέματα, είναι ψυχοφθόρα. Αν δεν είσαι στην σκηνή ο ένας για τον άλλο, γίνεται αφόρητο. Αυτό το πιστεύω γενικά για την δουλειά μας, αλλά πόσο μάλλον όταν κάνεις ένα απαιτητικό έργο στο θέατρο. Η ισορροπία είναι εκεί και φυσικά στην γραμμή που δίνει ο σκηνοθέτης. Ο Νικορέστης είναι ένας καλλιτέχνης που καταλαβαίνει και το βάθος και το χιούμορ του Μακντόνα, ενώ παράλληλα είναι και πολύ γενναιόδωρος. Οπότε είχαμε όλοι το ασφαλές περιβάλλον να ανακαλύψουμε αυτή την ισορροπία.

 

Η παράσταση αγγίζει ζητήματα όπως η βία, η κακοποίηση και η ελευθερία της έκφρασης. Πώς επηρεάζουν τέτοια θέματα τη συναισθηματική σας εμπλοκή πάνω στη σκηνή;

Πέρα από ηθοποιός είμαι και συγγραφέας και σεναριογράφος. Πολλές ατάκες του Κατούριαν που αφορούν την λογοκρισία είναι σαν να τις λέω εγώ. Θα μου πείτε: τι σχέση έχει η λογοκρισία σε μια δικτατορία όπως είναι του έργου και σε μια δημοκρατία όπως ζούμε εμείς. Κι όμως. Θα εκπλαγείτε. Το βλέπουμε πως διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα, πως υπάρχει η πίεση να πάρεις θέση. Για ένα συνταρακτικό γεγονός όπως είναι ένας πόλεμος, η
κάθε μεριά ζητάει από τους πολίτες να “σταθούν στην σωστή πλευρά της ιστορίας”. Και οι βόμβες πέφτουν και αθώοι πολίτες και παιδιά σκοτώνονται ενώ κυβερνήσεις ζητούν σε “υψηλούς τόνους” να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Η βία, η κακοποίηση, ο  θάνατος, είναι κάθε μέρα στην οθόνη μας. Το συζητάω με ανθρώπους που έρχονται και βλέπουν την παράσταση και μου μοιράζονται τους δικούς τους φόβους και ακόμη και τις προσωπικές ιστορίες κακοποίησης. Για εμένα η συναισθηματική μου εμπλοκή στη σκηνή είναι απαραίτητη. Ειδικά όταν βλέπω πόσο δυνατή είναι η εμπλοκή του κοινού. Και η ανάγκη για επαφή.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη Νικορέστη Χανιωτάκη και ποια ήταν η βασική κατεύθυνση που σας έδωσε για τον ρόλο σας;

Είναι νομίζω η έβδομη φορά που συνεργαζόμαστε με τον Νικορέστη και ετοιμάζουμε και την όγδοη. Έχουμε μια κοινή άποψη για το πως πρέπει να γίνονται οι συνεργασίες, και μια κοινή άποψη για τον Μακντόνα, μπορώ να πω. Πέρα από αυτά που είπα πριν, δώσαμε και οι δυο μας μεγάλη σημασία στο πως θα ειπωθούν οι ιστορίες, τις οποίες άρχισα να τις δουλεύω ασταμάτητα για πολλούς μήνες. Τις ηχογραφούσα, τις χρονομετρούσα και τις έλεγα σε διάφορους φίλους μου, ψάχνωντας να βρω τί έχει ενδιαφέρον, που να δώσω βάρος, πότε χάνω το κοινό μου και πότε το κερδίζω. Ο Νικορέστης είχε από την αρχή την γενναιοδωρία απέναντι μου και την πίστη ότι μπορώ να τις πω χωρίς να γίνεται αναπαράσταση από ηθοποιούς όπως είναι στο κείμενο αλλά μόνος μου, παράλληλα με την εξαιρετική μουσική που έγραψε ο Γιάννης Μαθές και με το θέατρο σκιών από πίσω. Οπότε αυτό μου έδωσε μεγάλη ώθηση να τις δοκιμάζω με κόσμο και μετά όταν ανέβηκε η παράσταση να πηγαίνω κοντά στο κοινό. Να γελάω και να κλαίω μαζί τους. Η αγαπημένη μου οδηγία που μου έδωσε, είναι να λέω τις ιστορίες τρυφερά. Αυτό, που το είχα κι εγώ ως ένα βαθμό σαν αίσθηση, μου άνοιξε έναν πολύ ιδιαίτερο δρόμο για το πώς μπορώ να πω αυτές τις φρικιαστικές ιστορίες. Και βέβαια, είχε πολλές προεκτάσεις, γιατί, τί άνθρωπος είναι αυτός, που μπορεί να γράφει και να λέει αυτές τις ιστορίες με αυτόν τον τρόπο;

Το κοινό συχνά φεύγει από τον «Πουπουλένιο» με έντονα συναισθήματα και προβληματισμό. Ποια αντίδραση θεατή θυμάστε πιο έντονα μετά το τέλος μιας παράστασης;

Ένα από τα αγαπημένα που κομμάτια της παράστασης είναι όταν αφηγούμαι την “Μικρή Ιησού”. Θυμάμαι μια κοπέλα που έκλεγε ενώ την έλεγα και της έπιασα το χέρι και είπα όλο το υπόλοιπο παραμύθι δίπλα της. Σαν να της έλεγα ότι είναι απλώς ένα παραμύθι και πως θα το περάσουμε μαζί. Και σε μια άλλη παράσταση, μια άλλη θεατής, την στιγμή που εγώ άρχισα να γελάω νευρικά με αυτό που έλεγα, έπαθε και εκείνη το ίδιο. Ήταν μια μοναδική στιγμή αυτή. Όλο το θέατρο δεν ήξερε πως θα συνεχίσει το παραμύθι και εγώ σε κάθε φριχτή λεπτομέρεια που έλεγα από εκεί κι έπειτα, εκείνη γέλαγε ακόμη περισσότερο.Και γέλαγα, μέσα στον ρόλο, κι εγώ. Με άφησα να παρασυρθώ μαζί της μέχρι που σοβάρεψα και ξαναήρθαμε μαζί στο πικρό τέλος του παραμυθιού. Ήταν πραγματικά υπέροχο.

Η παράσταση ξεκινά περιοδεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Πιστεύετε ότι αλλάζει η πρόσληψη ενός τόσο απαιτητικού έργου όταν παρουσιάζεται σε διαφορετικά κοινά;

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να βλέπουμε πως το αντιμετωπίζει ο κόσμος και ειδικά ένα κοινό που μπορεί να μην έχει ξαναδεί το έργο. Γιατί το πήγαμε και σε πόλεις που δεν έχει ξαναπεχτεί.Και σε μεγάλα θέατρα, που δεν συμβάλουν στον χαρακτήρα του έργου. Είχα αγωνία. Ειδικά με τις ιστορίες και την βία που περισσότερο λέγεται παρά δείχνεται. Και πραγματικά χάρηκα πάρα πολύ με το πόσο επαφή είχε ο κόσμος με το κείμενο και με το χιούμορ. Δεν μπορώ να σου πω πόσο έχω ευχαριστηθεί αυτήν την περιοδεία. Φυσικά γιατί είμαστε sold out στις παραστάσεις μας, αλλά πολύ περισσότερο, από την ανταπόκριση του κόσμου.

Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο και την τηλεόραση, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας συγκινεί περισσότερο όταν ανεβαίνετε στη σκηνή;

Η ανάγκη του κόσμου να δεν είναι  κάτι που θα τον μετακινήσει. Και θα τον κάνει να συγκινηθεί και να νιώσει. Και αυτό συμβαίνει κυρίως στο θέατρο. Και λόγω της ζωντάνιας και της επαφής του θεάτρου αλλά και με τα κείμενα που ερχόμαστε όλοι σε επαφή. Και πέρα από τους κλασικούς και τους σύγχρονους σπουδαίους συγγραφείς από όλο τον κόσμο, χαίρομαι που βλέπω νέα ελληνικά έργα που μιλούν για την κοινωνίας μας και τις ανησυχίες μας. Αυτό δεν συμβαίνει σχεδόν καθόλου στην ελληνική τηλεόραση αλλά συμβαίνει στο θέατρο και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό.

Και κάπως έτσι η κουβέντα με τον Νίκο Πουρσανίδη μοιάζει να μην ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά να συνεχίζει να αντηχεί μέσα μας, όπως ακριβώς και ο Πουπουλένιος, που μετά από έναν χρόνο επιτυχημένων παραστάσεων στην Αθήνα ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και κάνει στάση στο Κινηματοθέατρο Πάνθεον στην Πάτρα στις 27 και 28 Μαρτίου 2026. Μια παράσταση για θεατές άνω των 13 ετών, που ενώνει επί σκηνής τον Δημήτρη Πιατά, τον Νίκο Πουρσανίδη, τον Αργύρη Αγγέλου και τον Γεράσιμο Σκαφίδα, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη. Ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στο αστυνομικό θρίλερ και τη μαύρη κωμωδία, φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής και θέτοντας καίρια ερωτήματα για τη βία, την παιδική κακοποίηση, την εξουσία και την ελευθερία της έκφρασης. Με τη συμβολή μιας δυνατής δημιουργικής ομάδας στη μετάφραση, τα σκηνικά, τα κοστούμια, τη μουσική, την κίνηση και τους φωτισμούς, χτίζεται μια εμπειρία βαθιάς έντασης και συγκίνησης. Μια εμπειρία που δεν τελειώνει όταν σβήνουν τα φώτα, αλλά σε ακολουθεί και σε καλεί να αναρωτηθείς, τελικά ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, ή μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου πιο σκοτεινά και πιο αληθινά μέσα μας.