Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο πατρινόραμα–hellenic και τη δημοσιογράφο Ευτυχία Λαμπροπούλου, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιώργος Καπινιάρης μιλά για την ιδιαίτερη θεατρική πρόταση «Τσέχωφ³», που φιλοξενείται στο θέατρο act για δύο μόνο βραδιές, την Παρασκευή 20 και το Σάββατο 21 Μαρτίου. Μέσα από τα εμβληματικά μονόπρακτα του Αντόν Τσέχωφ «Πρόταση γάμου», «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και «Η αρκούδα» η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει με ευαισθησία και χιούμορ την ανθρώπινη αδυναμία, τη μοναξιά, αλλά και την ακατάπαυστη δίψα για ζωή. Ένα θεατρικό ταξίδι όπου το τραγικό και το κωμικό συνυπάρχουν αξεδιάλυτα, όπως ακριβώς και στην ίδια τη ζωή.

Στα μονόπρακτα του Αντόν Τσέχωφ οι ήρωες μοιάζουν συχνά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Πόσο σύγχρονοι είναι τελικά αυτοί οι «ηττημένοι» άνθρωποι και τι λένε σήμερα για τη δική μας κοινωνία;
Ζουν ανάμεσά μας…Όλοι λίγο-πολύ έχουμε νιώσει «ηττημένοι». Εγώ σίγουρα. Γι’ αυτό και μπορώ να το αναγνωρίσω στους άλλους. Κάθε άνθρωπος έχει μια πάλη με τον εαυτό του. Έτσι και οι ήρωες οι «πανανθρώπινοι», θα έλεγα, του Τσέχωφ.
Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα,όπως εύστοχα το θέσατε, δε θα πάψουν ποτέ να διεκδικούν το μερίδιο ευτυχίας που πιστεύουν οτι τους αναλογεί. Να αγωνίζονται για ένα «καλύτερο αύριο»,κι ας έχουν πολλές φορές την πεποίθηση οτι όλες τους οι προσπάθειες αποβαίνουν μάταιες…Κάθε κοινωνία,κάθε εποχής έχει τους «ηττημένους» της. Άκρως γοητευτικοί,με μια αδιόρατη θλίψη στο βλέμμα, «υπογραμμίζουν» τη θνητότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο,είναι απαραίτητοι στην κοινωνία,τη διατηρούν «ζωντανή»…Αυτοί που ζουν χωρίς βεβαιότητες,γεμάτοι ανασφάλειες και αγωνίζονται καθημερινά να επιβιώσουν ,να γίνουν αποδεκτοί,να επικοινωνήσουν,να ερωτευτούν.
Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα μιλάτε για ένα βλέμμα όπου «το τραγικό συνυπάρχει με το κωμικό». Πόσο δύσκολο είναι σκηνοθετικά να κρατηθεί αυτή η λεπτή ισορροπία χωρίς να γείρει η παράσταση είτε προς τη φάρσα είτε προς το δράμα;
Σίγουρα είναι ένα στοίχημα. Πιστεύω οτι είναι μια «ακροβασία» στη «γραμμή» που διαχωρίζει την κωμωδία από το δράμα. «Παίζεις» στα όρια θα έλεγα.’Οσο πιο κοντά κρατιέσαι σ αυτή τη «γραμμή»,και δεν απομακρύνεσαι,τόσο ελέγχεις εκφραστικά αυτά τα όρια. Υπάρχουν μέρες που το καταφέρνεις κι άλλες που δεν…Θέλει πειθαρχία και θα ‘λεγα ένα είδος «mind game» με το κοινό.
Τα τρία μονόπρακτα «Πρόταση γάμου», «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και «Η αρκούδα», έχουν έντονο χιούμορ αλλά και βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Ποιο στοιχείο επιλέξατε να αναδείξετε περισσότερο στη δική σας σκηνική ανάγνωση;
Πρόκειται για κωμικές ιστορίες,τις οποίες ο Τσέχωφ τις έλεγε «πικρές κωμωδίες». Διαβάζοντας αυτά τα έργα παρόλο που έχουν πολύ έντονο το κωμικό στοιχείο,ένιωθα οτι η «αλήθεια» των ηρώων,τα θέλω τους,οι αγωνίες τους,η εσωτερική τους πάλη είναι το ίδιο έντονα. Εξάλλου στους ήρωες του Τσέχωφ φτάνει σε τέτοιο σημείο το «δράμα» τους, φτάνει σε τέτοια υπερβολή,σε σημείο παραλογισμού θα έλεγα,που αυτό καταντά κωμικό. «Το γέλιο με το δάκρυ πάνε αντάμα…»,λέγεται σε κάποιο σημείο στον «Ερωτόκριτο».
Η ζωή έχει αυτή την αντίφαση. Την παρατηρώ καθημερινά στον εαυτό μου πρώτα,στους γύρω μου. Αυτός ήταν κι ο λόγος που ήθελα να σκηνοθετήσω αυτά τα έργα. Γι αυτήν την «ακροβασία» ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Μου είναι πολύ οικεία.
Εκτός από τη σκηνοθεσία, βρίσκεστε και επί σκηνής ως ηθοποιός. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στους δύο ρόλους και πόσο επηρεάζει ο ένας τον άλλον κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας;
Ομολογουμένως είναι δύσκολη συνθήκη. Θέλει πολύ πειθαρχία για να κρατηθεί αυτή η ισορροπία. Μέχρι την πρεμιέρα της παράστασης λειτουργούσα περισσότερο ως σκηνοθέτης. Είχα την προσοχή μου στους ηθοποιούς μου,στον Άλκη και στην Ελένη. Στις παραστάσεις έπρεπε να λειτουργήσω ως ηθοποιός,για το καλό της παράστασης. Εκεί πιστεύω είναι η παγίδα. Να μην παρασυρθείς και λειτουργείς ως σκηνοθέτης γιατί και δεν είσαι καλός παρτενέρ και δεν έχεις σαφή εικόνα της παράστασης λειτουργώντας σκηνοθετικά από «μέσα». Μια εικόνα μπορείς να την έχεις ,αλλα όχι ολοκληρωμένη εν συνόλω. Αυτό που με βοήθησε στο να μην πελαγώσω ήταν αφενός η προεργασία που είχα κάνει,καθώς «δούλευα» τα έργα έναν χρόνο πριν το ανέβασμα της παράστασης. Με βοήθησε στο να είμαι όσο πιο σαφής και συγκεκριμένος γίνεται. Στο τί ήθελα να κάνω,πώς ήθελα να παρουσιάσω αυτά τα έργα. Αφετέρου, στη διατήρηση αυτής της ισορροπίας παίζει σημαντικότατο ρόλο η ομάδα των ηθοποιών. Στην προκειμένη περίπτωση και ο Άλκης και η Ελένη με βοήθησαν με την εμπιστοσύνη τους προς εμένα και τους ευχαριστώ και γι’ αυτό.
Ο Τσέχωφ συχνά αποκαλύπτει τη γελοιότητα αλλά και την τραγικότητα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Πιστεύετε ότι σήμερα ο θεατής γελάει με αυτούς τους χαρακτήρες ή τελικά αναγνωρίζει μέσα τους κάτι βαθιά προσωπικό;
Πιστεύω οτι θα ‘πρεπε να συμβαίνουν και τα δύο. Ο Τσέχωφ αγαπά τους ανθρώπους. Τονίζει τις αδυναμίες των ηρώων του με συμπόνοια,κατανόηση. Αγωνιά για το ανθρώπινο είδος. Μέσα από το χιούμορ,την ελαφράδα, τους «ξεγυμνώνει»,τους φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό τους. Να τους δείξει «ποιοί είναι». Με τις αδυναμίες τους ,τις ατέλειές τους. Κι όλα αυτά με αγάπη.
Τις προάλλες διάβασα κάπου, ότι:
«Πολλές φορές ο άνθρωπος εμφανίστηκε στον Τσέχωφ κάτω απ την όψη ενός ζώου πληγωμένου,μανιακού ή φαρμακερού. Το μάτι του σαν καλλιτέχνη και η ιατρική του επιστήμη του επιτρέπουν ν αναλύσει τον άνθρωπο που έχει μπροστά του και να τον δείξει μέσα σ όλη τη γυμνότητα της φύσης του – της βαθιάς κτηνώδικης». Πάνω σ αυτή τη «γυμνότητα της φύσης του»,με αρκετή δόση χιούμορ, ο θεατής δεν μπορεί παρά να συμπονέσει τους ήρωες του Τσέχωφ,να δει τη δική του «γυμνότητα» και να συγκινηθεί. Να γελάσει…να δακρύσει…
Η μετάφραση του ΕρρίκουΜπελιέ έχει τη δική της ιδιαίτερη θεατρικότητα. Πώς επηρέασε τη σκηνοθετική σας προσέγγιση και την ρυθμική δομή της παράστασης;
Είναι μια καλή μετάφραση συγκρίνοντάς την με άλλες μεταφράσεις. Βέβαια θα ήθελα να ξέρω ρώσικα για να την συγκρίνω με το πρωτότυπο. Η μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ είναι ένα «ζωντανό» κείμενο,με εναλλαγές ρυθμού και ψυχολογίας των ηρώων. Διευκόλυνε αυτό που ήθελα να κάνω.
Τέλος, σε αυτές τις δύο μόνο παραστάσεις στο ACT. Αν ο θεατής φύγει από την αίθουσα κρατώντας μία εικόνα ή ένα συναίσθημα από το τσεχωφικό σύμπαν που δημιουργήσατε, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
Θα ήθελα ,ιδανικά,την επόμενη μέρα που θα σηκωθεί να πιει τον καφέ του,να ζήσει την καθημερινότητά του,κάτι να έχει «μετακινηθεί» μέσα του..Να τον απασχολεί η παράσταση που είδε την προηγούμενη μέρα. Χωρίς να μπορεί ,ίσως, να προσδιορίσει γιατί τον απασχολεί ή τί τον απασχολεί. Εξάλλου η παράσταση «χτυπά» στο υποσυνείδητο του θεατή. Η «δουλειά», ψυχικά ,γίνεται μετά… Κάτι να έχει «μετατοπισθεί» ,να έχει «φυτευτεί», λοιπόν, στο υποσυνείδητό του. Να μη φύγει όπως ήρθε. Αυτό θα ήθελα να του συμβεί…


