Του Γιώργου Καρβουνιάρη
Η Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων ενδιαφέρεται για πιθανές διαδρομές του χρήματος με κυκλώματα εκτός Δυτικής Ελλάδας
Ποιοι είναι οι αρχηγοί: Αδέλφια εργολάβοι με επιδεικτικό πλούτο, επιχειρηματίες εστίασης με επαφές στη νύχτα, γνωστοί του υποκόσμου
Η εξάρθρωση κυκλώματος παράνομου διαδικτυακού στοιχήματος, με 43 εμπλεκόμενους και άνω από 1.000 εικονικούς λογαριασμούς, αποκτά νέες διαστάσεις
Η υπόθεση του παράνοµου διαδικτυακού στοιχήµατος στην Πάτρα φαίνεται πως δεν ολοκληρώνεται µε τις 43 αρχικές ταυτοποιήσεις. Η Αρχή Καταπολέµησης Νοµιµοποίησης Εσόδων από Εγκληµατικές Δραστηριότητες συνεχίζει τις έρευνες, εξετάζοντας αν οι φερόµενοι εµπλεκόµενοι ήταν «µπροστινοί» ενός µεγαλύτερου, οργανωµένου δικτύου µε διασυνδέσεις πέρα από τη Δυτική Ελλάδα, λειτουργώντας σαν επαγγελµατική, συστηµατική επιχείρηση και όχι απλή απάτη.
Η «βιομηχανία» των ψεύτικων λογαριασμών
Η επιχείρηση της Ελληνικής Αστυνοµίας αποκάλυψε µια πολυµελή εγκληµατική οργάνωση µε 43 εµπλεκόµενα πρόσωπα, εκ των οποίων έξι φέρονται να αποτελούσαν τον κεντρικό πυρήνα. Τα έξι αυτά πρόσωπα είχαν διακριτούς ρόλους και λειτουργούσαν µε ιεραρχική δοµή που παρέπεµπε περισσότερο σε οργανωµένο επιχειρηµατικό σχήµα παρά σε τυχαία οµάδα απατεώνων. Η δράση του κυκλώµατος φέρεται να ξεκίνησε τουλάχιστον από τις αρχές του 2020, µακροχρόνια δηλαδή παρουσία που υποδηλώνει υψηλό βαθµό οργάνωσης και συντονισµού.
Σύµφωνα µε πληροφορίες, µέλη του κυκλώµατος στρατολογούσαν άτοµα από ευάλωτες κοινωνικές οµάδες, προσφέροντάς τους µικρά χρηµατικά ποσά για την παραχώρηση στοιχείων ταυτότητας, ΑΦΜ και τηλεπικοινωνιακών δεδοµένων. Το αντίτιµο φέρεται να κυµαινόταν από 150 έως 300 ευρώ ανά άτοµο – ένα ποσό που, αν και µικρό για τον παρέχοντα, απέδιδε στην οργάνωση δυσανάλογα µεγάλη λειτουργική ισχύ. Με αυτόν τον τρόπο δηµιούργησαν περισσότερους από 1.000 στοιχηµατικούς λογαριασµούς, ελεγχόµενους κεντρικά από τον πυρήνα.
Οι κατασχέσεις άνω των 500 καρτών SIM και περίπου 200 κινητών τηλεφώνων καταδεικνύουν το εύρος της τεχνικής υποδοµής που είχε αναπτυχθεί. Η χρήση πολλαπλών συσκευών και τηλεπικοινωνιακών γραµµών επέτρεπε την προσοµοίωση εκατοντάδων διαφορετικών χρηστών, µειώνοντας αισθητά τον κίνδυνο άµεσου εντοπισµού από τα αυτοµατοποιηµένα συστήµατα ασφαλείας των πλατφορµών. Πρόκειται για επίπεδο τεχνογνωσίας που, σύµφωνα µε αναλυτές του κλάδου, απαιτεί εξειδίκευση και συντονισµένη δράση.
Σύµφωνα µε το ρεπορτάζ, η οργάνωση αξιοποιούσε δύο βασικές τεχνικές. Η πρώτη αφορούσε την κατάχρηση προσφορών εγγραφής, µε µαζική δηµιουργία λογαριασµών ώστε να αποκοµίζονται επαναλαµβανόµενα bonus καλωσορίσµατος – πρακτική που αποφέρει κέρδη µόνο σε κλίµακα χιλιάδων λογαριασµών.
Η δεύτερη τεχνική σχετιζόταν µε την τοποθέτηση αντίθετων στοιχηµάτων σε διαφορετικές πλατφόρµες ταυτόχρονα, εκµεταλλευόµενοι αποκλίσεις αποδόσεων για να εξασφαλίζουν θεωρητικά σταθερό κέρδος – µέθοδος γνωστή ως «arbing» στον χώρο των στοιχηµάτων.
Από οικοδόμοι μέχρι και νυχτοβιοι
Νέα στοιχεία που έρχονται στο φως ρίχνουν φως στο προφίλ των ηγετικών στελεχών του κυκλώµατος και αναδεικνύουν µια χαρακτηριστική ανοµοιογένεια. Ανάµεσα στα πέντε κεντρικά πρόσωπα ξεχωρίζουν δύο αδέλφια που δραστηριοποιούνται στον χώρο των οικοδοµικών εργασιών και οι οποίοι, σύµφωνα µε πληροφορίες, «πρόδωσαν» τους εαυτούς τους µέσω µιας ιδιαίτερα επιδεικτικής, πολυτελούς ζωής που δύσκολα δικαιολογείτο από τις επίσηµες δραστηριότητές τους.
Ένα τρίτο πρόσωπο διαθέτει επιχείρηση εστίασης στην περιφέρεια της Πάτρας και φέρεται να διατηρεί στενές επαφές µε ανθρώπους της νύχτας. Στον ίδιο κύκλο κινείται και ένα ακόµα µέλος του πυρήνα, γνωστό για την έντονη παρουσία του στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης -αλλά, σύµφωνα µε πληροφορίες, και µε άλλες δραστηριότητες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.
Στον κύκλο των εµπλεκόµενων περιλαµβάνονται πρόσωπα από τη νύχτα, προπονητής και διάφοροι επαγγελµατίες, δηµιουργώντας ένα δίκτυο παράνοµου στοιχήµατος εξωτερικά ετερόκλητο αλλά εσωτερικά ιεραρχικά οργανωµένο.
Η διαδρομή του χρήματος
Το κύκλωµα παράνοµου στοιχήµατος εκτιµάται ότι απέφερε αρχικά 1,5 εκατοµµύριο ευρώ, αλλά οι συνολικές χρηµατοοικονοµικές κινήσεις που ερευνώνται φτάνουν πλέον τα 5 εκατοµµύρια ευρώ, αυξάνοντας σηµαντικά τη βαρύτητα της υπόθεσης. Η έρευνα επικεντρώνεται πλέον στις διαδροµές του χρήµατος, µε αγορές ακινήτων στην Πάτρα και συµµετοχές σε επιχειρήσεις εστίασης και εµπορίου να εξετάζονται ως πιθανά κανάλια ανάµειξης παράνοµων και νόµιµων κεφαλαίων. Η τακτική του «ξεπλύµατος» µέσω νόµιµων δραστηριοτήτων αποτελεί γνωστό µοτίβο οργανωµένου εγκλήµατος.
Στο µικροσκόπιο βρίσκονται τραπεζικοί λογαριασµοί, µεταφορές κεφαλαίων στο εξωτερικό και εκατοντάδες χειρόγραφες σηµειώσεις µε κωδικούς, ποσά και ονόµατα, που µπορεί να αποκαλύψουν νέα πρόσωπα εµπλεκόµενα στην υπόθεση. Η εµπλοκή της Αρχής για το Ξέπλυµα Εσόδων από Εγκληµατικές Δραστηριότητες σηµατοδοτεί µετάβαση σε εις βάθος οικονοµική ανάλυση και διασταύρωση στοιχείων από πολλαπλές πηγές.
Παράλληλα, νόµιµες στοιχηµατικές εταιρείες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και δεν αποκλείεται να κινηθούν νοµικά, εάν διαπιστωθεί συστηµατική εκµετάλλευση των ψηφιακών τους υποδοµών, καθώς η απόδειξη οργανωµένης ζηµίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για επιτυχή αξίωση αποζηµίωσης.
Τα επόμενα βήματα
Η δικογραφία παραµένει ανοιχτή. Σύµφωνα µε πληροφορίες, εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόµενο ύπαρξης συνεργατών σε άλλες πόλεις ή και εκτός Ελλάδας. Οι Αρχές δεν αποκλείουν το σενάριο η υπόθεση της Πάτρας να αποτελεί έναν µόνο κρίκο µιας ευρύτερης αλυσίδας στον χώρο του παράνοµου διαδικτυακού στοιχήµατος – µια υπόθεση που θα αναβάθµιζε σηµαντικά τη βαρύτητα της έρευνας και τις κατηγορίες που ενδέχεται να απαγγελθούν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερης σηµασίας κρίνεται και η εύρεση των χειρόγραφων εγγράφων. Αναλυτές επισηµαίνουν ότι η ύπαρξη χειρόγραφων αρχείων – σε εποχή ψηφιακής κυριαρχίας – υποδηλώνει ότι τα µέλη του κυκλώµατος επιδίωκαν να αποφύγουν ηλεκτρονικά ίχνη, κάτι που, αντιφατικά, αποτελεί ισχυρή ένδειξη επίγνωσης και οργάνωσης. Η αποκρυπτογράφηση αυτών των σηµειώσεων αναµένεται να διαδραµατίσει κεντρικό ρόλο στα επόµενα βήµατα της έρευνας.
Το βέβαιο είναι ότι η έρευνα έχει περάσει σε δεύτερη, κρίσιµη φάση, µε επίκεντρο τη χρηµατοοικονοµική χαρτογράφηση. Τα επόµενα ευρήµατα ενδέχεται να καθορίσουν αν πρόκειται για ένα αυτόνοµο – αλλά εκτεταµένο – κύκλωµα, ή για την κορυφή ενός πολύ µεγαλύτερου παγόβουνου στον χώρο του παράνοµου στοιχήµατος και της νοµιµοποίησης εσόδων. Οι εξελίξεις αναµένονται µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η υπόθεση βρίσκεται πλέον σε νευραλγικό σηµείο.
Η αποκάλυψη του κυκλώµατος
Η επιχείρηση της Ελληνικής Αστυνοµίας αποκάλυψε µια πολυµελή εγκληµατική οργάνωση µε 43 εµπλεκόµενα πρόσωπα, εκ των οποίων έξι φέρονται να αποτελούσαν τον κεντρικό πυρήνα µε διακριτούς ρόλους και ιεραρχική δοµή που παρέπεµπε σε οργανωµένο επιχειρηµατικό σχήµα. Η δράση του κυκλώµατος φέρεται να ξεκίνησε τουλάχιστον από τις αρχές του 2020. Τα µέλη στρατολογούσαν άτοµα από ευάλωτες κοινωνικές οµάδες, προσφέροντάς τους 150 έως 300 ευρώ για την παραχώρηση στοιχείων ταυτότητας, ΑΦΜ και τηλεπικοινωνιακών δεδοµένων. Με τον τρόπο αυτό δηµιούργησαν περισσότερους από 1.000 εικονικούς λογαριασµούς, ελεγχόµενους κεντρικά. Οι κατασχέσεις -άνω των 500 καρτών SIM και περίπου 200 κινητών τηλεφώνων- αποκαλύπτουν µια οργανωµένη τεχνική υποδοµή που επέτρεπε την προσοµοίωση εκατοντάδων διαφορετικών χρηστών, µειώνοντας τον κίνδυνο εντοπισµού από τα συστήµατα ασφαλείας των στοιχηµατικών εταιρειών. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις εκατοντάδες χειρόγραφες σηµειώσεις µε κωδικούς, ποσά και ονόµατα, που εντοπίστηκαν κατά τις έρευνες.
*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΝΕΟΛΟΓΟΣ


